🩸 Το Τελετουργικό της Αθανασί
Κανείς δεν ήξερε πόσο χρονών ήταν.
Κάποιοι έλεγαν ότι την είχαν δει πριν από πενήντα χρόνια. Άλλοι, πριν από εκατό. Και κάποιοι… ορκίζονταν πως η ίδια γυναίκα υπήρχε από τότε που το χωριό ήταν ακόμα χώμα και πέτρα.
Η μάγισσα του δάσους.
Δεν την έβλεπες ποτέ την ίδια μέρα.
Μόνο την πανσέληνο.
Και μόνο αν στεκόσουν αρκετά κοντά… για να σε δει εκείνη.
Ο Μιχάλης και η παρέα του δεν πίστευαν.
Μέχρι που βρήκαν το βιβλίο.
Ήταν κρυμμένο μέσα σε έναν παλιό κορμό, σφηνωμένο σαν να το είχε καταπιεί το ίδιο το δέντρο. Οι σελίδες του ήταν υγρές, μα δεν είχαν σαπίσει. Και πάνω τους… σχέδια.
Κύκλοι.
Σύμβολα.
Και οδηγίες.
«Δύο κότες… ένας βάτραχος… και αίμα νεκρού.»
Η Εύα γέλασε.
«Αηδίες…»
Αλλά ο Μιχάλης δεν γελούσε.
Στην τελευταία σελίδα, υπήρχε ένα μήνυμα.
“Μόνο έτσι επιστρέφει η νιότη. Μόνο έτσι σπάει ο χρόνος.”
Και από κάτω…
Ένα όνομα.
Που δεν έπρεπε να διαβαστεί.
Η νύχτα της πανσελήνου ήρθε γρήγορα.
Και χωρίς να το καταλάβουν… βρέθηκαν στο δάσος.
Σαν να τους είχε καλέσει κάτι.
Το σπίτι ήταν εκεί.
Όπως πάντα.
Ήσυχο.
Άδειο.
Ή έτσι φαινόταν.
Μπήκαν μέσα.
Και τότε το είδαν.
Ο κύκλος.
Φτιαγμένος από ξεραμένο αίμα.
Στο κέντρο… ένα πέτρινο τραπέζι.
Πάνω του…
Δύο νεκρές κότες.
Και ένας βάτραχος.
Φρέσκος.
Σαν να τον είχαν μόλις αφήσει εκεί.
Η Εύα έκανε πίσω.
«Δεν μου αρέσει αυτό…»
Αλλά ήταν αργά.
Η πόρτα έκλεισε πίσω τους.
Χωρίς ήχο.
Και τότε…
Ένα τρίξιμο.
Αργό.
Σαν κόκαλα που λυγίζουν.
Η μάγισσα εμφανίστηκε.
Όχι από την πόρτα.
Όχι από το παράθυρο.
Από το πάτωμα.
Σαν να την έβγαλε το ίδιο το σπίτι.
Το πρόσωπό της ήταν ρυτιδιασμένο. Το δέρμα της σπασμένο. Τα μάτια της θολά.
Παλιά.
Πολύ παλιά.
«Ήρθατε… την σωστή στιγμή…» ψιθύρισε.
Η φωνή της έτριζε.
Σαν να διαλυόταν.
Ο Μιχάλης προσπάθησε να τρέξει.
Δεν μπορούσε.
Τα πόδια του είχαν κολλήσει.
Η μάγισσα πλησίασε το τραπέζι.
Έπιασε τις κότες.
Τις έσκισε με τα χέρια της.
Το αίμα κύλησε στον κύκλο.
Ο βάτραχος άρχισε να σπαρταρά.
Χωρίς να τον αγγίξει.
Σαν να τον έπνιγε κάτι αόρατο.
Και τότε…
Η μάγισσα γύρισε προς αυτούς.
«Μου λείπει μόνο… το τελευταίο.»
Έδειξε προς το δάσος.
Προς το νεκροταφείο.
Ο αέρας πάγωσε.
Και χωρίς να το καταλάβουν…
Βρέθηκαν έξω.
Μπροστά σε έναν ανοιχτό τάφο.
Το χώμα ήταν φρέσκο.
Κάποιος είχε πεθάνει πρόσφατα.
Η μάγισσα έσκυψε.
Έβαλε το χέρι της μέσα.
Και έβγαλε αίμα.
Σκοτεινό.
Πυκνό.
Αφύσικο.
Το έφερε πίσω στο σπίτι.
Και το έριξε στο κύκλο.
Το πάτωμα άρχισε να τρέμει.
Οι τοίχοι άρχισαν να αναπνέουν.
Και η μάγισσα…
Άρχισε να αλλάζει.
Το δέρμα της έσπασε.
Έπεσε.
Σαν παλιά μάσκα.
Κάτω από αυτό…
Νέο δέρμα.
Λευκό.
Καθαρό.
Τα μαλλιά της σκοτείνιασαν.
Τα μάτια της άνοιξαν.
Ζωντανά.
Νέα.
Η Εύα ούρλιαξε.
Η μάγισσα χαμογέλασε.
«Τώρα… είμαι έτοιμη…»
Και τότε…
Κοίταξε τον Μιχάλη.
«Για τα επόμενα εκατό χρόνια.»
Τα φώτα έσβησαν.
Το σπίτι εξαφανίστηκε.
Το δάσος έμεινε σιωπηλό.
Το επόμενο πρωί…
Βρήκαν μόνο ένα πράγμα.
Έναν φρέσκο τάφο.
Με ένα νέο όνομα.
Μιχάλης.
Και εκείνη τη νύχτα…
Κάποιοι είπαν πως είδαν μια νέα γυναίκα να περπατά στο δάσος.
Όμορφη.
Αθάνατη.
Και πίσω της…
Δύο σκιές.
Σαν κότες.
Και ένα χαμηλό, υγρό κροάξιμο…
που δεν σταματούσε ποτέ.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου