Ο Θεριστής και Το Βιβλίο των Τελευταίων Ονομάτων
Η νύχτα είχε σκεπάσει την πόλη με πυκνή ομίχλη. Οι δρόμοι ήταν άδειοι και μόνο ο ήχος του ανέμου ακουγόταν ανάμεσα στα παλιά κτίρια. Κανείς δεν έβλεπε τη σκοτεινή μορφή που περπατούσε αργά μέσα στο σκοτάδι. Ήταν ο Θεριστής. Φορούσε έναν μαύρο μανδύα που έμοιαζε να είναι φτιαγμένος από τις ίδιες τις σκιές. Στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα τεράστιο δρεπάνι από μαύρο μέταλλο. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε ένα αρχαίο βιβλίο δεμένο με σιδερένιες αλυσίδες. Το βιβλίο ήταν γνωστό ως το Βιβλίο των Τελευταίων Ονομάτων. Στις κιτρινισμένες σελίδες του ήταν γραμμένα τα ονόματα όλων όσοι πλησίαζαν την τελευταία τους ώρα. Κάθε νύχτα το βιβλίο άνοιγε μόνο του και εμφάνιζε το επόμενο όνομα. Εκείνη τη νύχτα οι σελίδες γύρισαν μόνες τους. Ένα όνομα εμφανίστηκε με μαύρα γράμματα. Νικόλαος Ανδρέου. Ο Θεριστής στάθηκε ακίνητος για λίγα δευτερόλεπτα. Έπειτα έκλεισε αργά το βιβλίο και ξεκίνησε το ταξίδι του. Ο Νικόλαος ήταν ένας ηλικιωμένος άντρας που ζούσε μόνος του σε ένα μικρό σπίτι στην άκρη της πόλη...