🌕 Το Αίμα της Πανσελήνου
Κανείς στο χωριό δεν μιλούσε ανοιχτά γι’ αυτό. Μόνο ψίθυροι, μόνο βλέμματα που έφευγαν γρήγορα προς το δάσος… εκεί όπου τα δέντρα ήταν πιο πυκνά, πιο μαύρα, σαν να ρουφούσαν το φως. Εκεί όπου, όπως έλεγαν οι παλιοί, «κάτι ζει».
Τέσσερα παιδιά —ο Νίκος, η Μαρία, ο Πέτρος και η Άννα— δεν πίστευαν στις ιστορίες. Μέχρι τη νύχτα της πανσελήνου.
Είχαν παρατηρήσει κάτι περίεργο. Κάθε φορά που το φεγγάρι γέμιζε, τα άστρα πάνω από το δάσος φαίνονταν… σπασμένα. Σαν να είχαν ραγίσει. Και εκείνη τη νύχτα, αποφάσισαν να μπουν μέσα.
Ο αέρας άλλαξε αμέσως.
Δεν ήταν απλά κρύος—ήταν νεκρός.
Τα φύλλα δεν θρόιζαν. Τα ζώα δεν ακούγονταν. Μόνο ένα μακρινό, υγρό «κροάξιμο» από βατράχους που δεν έμοιαζε φυσικό. Ήταν ρυθμικό. Σαν κάλεσμα.
Προχώρησαν πιο βαθιά.
Και τότε το είδαν.
Ένα παλιό σπίτι, μισογκρεμισμένο, χωμένο μέσα στα δέντρα. Φαινόταν άδειο. Μα από το παράθυρο… ένα φως. Όχι κανονικό φως. Σαν κερί που δεν τρεμόπαιζε. Σαν να καιγόταν χωρίς αέρα.
Η Μαρία έκανε τον σταυρό της.
«Να φύγουμε…» ψιθύρισε.
Αλλά ο Πέτρος είχε ήδη πλησιάσει.
Η πόρτα άνοιξε μόνη της.
Και μέσα… η μυρωδιά.
Αίμα. Και βότανα.
Στο πάτωμα υπήρχαν κύκλοι χαραγμένοι, γεμάτοι με υγρά σημάδια. Και στη μέση… ένα πέτρινο τραπέζι. Πάνω του, βατράχια. Κομμένα. Στραγγισμένα.
Και τότε ακούστηκε.
Ένα βήμα πίσω τους.
Γύρισαν.
Δεν την είδαν αμέσως.
Ήταν σαν σκιά που ξεκόλλησε από τον τοίχο.
Μια γυναίκα… ή κάτι που έμοιαζε με γυναίκα. Τα μάτια της δεν είχαν λευκό. Μόνο σκοτάδι. Τα χέρια της κρατούσαν ματωμένα βότανα, και το στόμα της ψιθύριζε λέξεις που δεν ανήκαν σε καμία γλώσσα.
«Ήρθατε…» είπε.
Η φωνή της δεν ήταν δική της.
Ήταν πολλές φωνές μαζί.
Ο Νίκος προσπάθησε να μιλήσει, αλλά δεν μπορούσε.
Τα πόδια του δεν υπάκουαν.
Η μάγισσα πλησίασε αργά.
«Το αίμα της πανσελήνου… θέλει νέες ψυχές.»
Ξαφνικά, τα βατράχια στο πάτωμα άρχισαν να κινούνται.
Χωρίς κεφάλια.
Σέρνονταν προς τα παιδιά.
Η Άννα ούρλιαξε.
Και τότε τα άστρα έξω… έσπασαν.
Το φως της πανσελήνου μπήκε μέσα σαν λεπίδα.
Η μάγισσα σήκωσε τα χέρια της.
Και ο Πέτρος… έπεσε στο πάτωμα.
Το δέρμα του άρχισε να σκουραίνει. Οι φλέβες του φούσκωσαν. Τα μάτια του έγιναν… μαύρα.
Οι άλλοι τρεις έτρεξαν.
Δεν θυμούνται πώς βγήκαν από το δάσος.
Δεν θυμούνται πώς έφτασαν στο χωριό.
Μόνο ένα πράγμα θυμούνται.
Όταν γύρισαν πίσω…
Το σπίτι δεν υπήρχε.
Και ο Πέτρος…
Δεν γύρισε ποτέ.
Αλλά κάθε πανσέληνο…
Κάποιοι λένε πως, βαθιά στο δάσος…
Ακούγεται ένα νέο κροάξιμο.
Πιο βαρύ.
Πιο ανθρώπινο.
Και αν κοιτάξεις προσεκτικά…
Μπορείς να δεις ένα κερί να καίει εκεί που δεν υπάρχει σπίτι.
Και μια σκιά…
που περιμένει.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου