🌑 Η Μάγισσα που Δεν Πέθανε Ποτέ

 






Κανείς δεν θυμόταν πότε πρωτοεμφανίστηκε.

Μόνο ότι… ήταν πάντα εκεί.

Στο πιο βαθύ σημείο του δάσους, εκεί όπου το φως δεν έφτανε ποτέ, υπήρχε ένα σπίτι που δεν ανήκε στον χρόνο. Άλλοτε φαινόταν κατεστραμμένο, άλλοτε καινούργιο. Άλλοτε δεν υπήρχε καθόλου. Και όμως… όσοι περνούσαν από εκεί, ένιωθαν πως κάτι τους παρακολουθούσε.

Κάτι που ανέπνεε μαζί τους.

Η Ελένη ήταν η πρώτη που τόλμησε να μιλήσει.

«Την είδα…» είπε μια μέρα, τρέμοντας.

Οι μεγάλοι την αγνόησαν.

Αλλά τα παιδιά… όχι.

Ο Γιάννης, ο Στέφανος και η μικρή Λυδία την πίστεψαν. Και όταν ήρθε η επόμενη πανσέληνος, αποφάσισαν να πάνε μαζί στο δάσος.

Δεν ήξεραν ότι αυτό που θα έβρισκαν… δεν ήταν απλά μια μάγισσα.

Ήταν κάτι που δεν πέθανε ποτέ.

Το φεγγάρι είχε ανέβει ψηλά όταν μπήκαν στο δάσος. Το φως του δεν έπεφτε σωστά. Ήταν σαν να λύγιζε ανάμεσα στα δέντρα. Σαν να μην ήθελε να φτάσει κάτω.

Και τότε…

Άκουσαν το τραγούδι.

Δεν είχε λόγια.

Μόνο έναν ήχο. Βαθύ. Αργό. Σαν ανάσα.

Τους οδηγούσε.

Και αυτοί… το ακολούθησαν.

Μέχρι που έφτασαν στο σπίτι.

Ήταν εκεί.

Αλλά διαφορετικό.

Οι τοίχοι έμοιαζαν ζωντανοί. Σαν να πάλλονταν. Σαν να είχαν φλέβες κάτω από το ξύλο.

Η πόρτα ήταν ανοιχτή.

Μπήκαν μέσα.

Και τότε το τραγούδι σταμάτησε.

Σιωπή.

Απόλυτη.

Μέχρι που…

«Αργήσατε…»

Η φωνή ήρθε από παντού.

Η Λυδία άρχισε να κλαίει.

Και τότε την είδαν.

Στεκόταν στη γωνία.

Δεν περπατούσε.

Δεν κινούταν.

Απλά… υπήρχε.

Το σώμα της ήταν λεπτό, σχεδόν σπασμένο. Τα μαλλιά της έπεφταν μέχρι το πάτωμα. Το πρόσωπό της δεν είχε ηλικία. Ήταν ταυτόχρονα νέο και αρχαίο.

Και τα μάτια της…

Δεν ήταν ανθρώπινα.

Ήταν κενά.

«Ξέρετε τι σημαίνει να μην πεθαίνεις;» ρώτησε.

Κανείς δεν απάντησε.

Η μάγισσα χαμογέλασε.

«Σημαίνει να πεινάς… για πάντα.»

Ξαφνικά, οι τοίχοι άρχισαν να κινούνται.

Χέρια ξεπρόβαλαν από μέσα τους.

Χέρια ανθρώπινα.

Παλιά.

Σαπισμένα.

Προσπαθούσαν να βγουν.

«Όλοι αυτοί… προσπάθησαν να φύγουν…» ψιθύρισε.

Ο Στέφανος έτρεξε προς την πόρτα.

Δεν υπήρχε.

Η έξοδος είχε χαθεί.

Η μάγισσα πλησίασε τη Λυδία.

Έσκυψε.

Άγγιξε το πρόσωπό της.

Και τότε…

Η Λυδία σταμάτησε να κλαίει.

Τα μάτια της άνοιξαν.

Και έγιναν ίδια.

Μαύρα.

Άδεια.

«Ένας ακόμα…» είπε η μάγισσα.

Ο Γιάννης ούρλιαξε.

Άρπαξε την Ελένη και έτρεξαν προς το παράθυρο.

Πήδηξαν.

Δεν θυμούνται την πτώση.

Δεν θυμούνται το τρέξιμο.

Μόνο ότι… βγήκαν.

Όταν γύρισαν πίσω…

Το σπίτι είχε εξαφανιστεί.

Και η Λυδία…

Δεν ήταν μαζί τους.

Πέρασαν χρόνια.

Κανείς δεν μιλούσε πια για το δάσος.

Μέχρι που ένα βράδυ…

Μια νέα παρέα παιδιών είπε ότι άκουσε ένα τραγούδι.

Χωρίς λόγια.

Βαθύ.

Αργό.

Σαν ανάσα.

Και ανάμεσα στις σκιές…

Δεν ήταν μία μορφή.

Ήταν δύο.

Η μάγισσα…

και ένα μικρό κορίτσι δίπλα της.

Που δεν πέθανε ποτέ.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Δίψα της Νύχτας

Το Βιβλίο των Ξεχασμένων Συμβόλων