Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ
Η νύχτα απλωνόταν βαριά πάνω από τους δρόμους, με μια υγρή ψύχρα που κολλούσε στο δέρμα και έκανε την ανάσα να βγαίνει πιο αργή, πιο προσεκτική, σαν να ένιωθε και το ίδιο το σώμα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, και μέσα σε αυτό το σκοτάδι κινούνταν ξανά οι δύο δαίμονες, σιωπηλοί κυνηγοί ψυχών, με σκοπό να αποδείξουν ποιος από τους δύο άξιζε περισσότερο να συλλέγει για την κόλαση. Ο Σιλόμο, ο πιο ισχυρός, περπατούσε χωρίς να αφήνει ίχνη, ενώ ο δεύτερος δαίμονας τον παρακολουθούσε από απόσταση, περιμένοντας τη στιγμή που θα μπορούσε να τον ξεπεράσει.
Οι δρόμοι ήταν σχεδόν άδειοι, μόνο λίγα φώτα από μακρινά παράθυρα και ο ήχος ενός σκύλου που γάβγιζε κάπου στο βάθος έσπαγαν τη σιωπή, και τότε εμφανίστηκε ο στόχος, ένας νεαρός άντρας, μόνος, χαμένος στις σκέψεις του, χωρίς να γνωρίζει ότι ήδη είχε επιλεγεί. Το όνομά του ήταν Νίκος, και περπατούσε γρήγορα, σαν να ήθελε να φτάσει κάπου πριν τον προλάβει κάτι που δεν μπορούσε να δει.
Ξαφνικά, ο δρόμος μπροστά του άδειασε τελείως, ο αέρας πάγωσε, και μια σκιά πήρε μορφή μπροστά του, σταματώντας τον χωρίς καμία επαφή. «Μην φοβάσαι», ακούστηκε μια φωνή, χαμηλή και ήρεμη, αλλά με μια δύναμη που δεν άφηνε περιθώρια αντίστασης, και ο Νίκος ένιωσε την καρδιά του να χτυπά πιο δυνατά χωρίς να ξέρει γιατί. «Μπορώ να σου δώσω αυτό που ψάχνεις», συνέχισε η φωνή, και ο Σιλόμο εμφανίστηκε λίγο πιο καθαρά, με μάτια που έλαμπαν μέσα στο σκοτάδι.
Ο Νίκος προσπάθησε να μιλήσει, αλλά τα λόγια δεν έβγαιναν εύκολα, και η σκέψη του μπλέχτηκε με μια παράξενη ηρεμία που δεν ήταν δική του. «Τι θέλω;» ρώτησε τελικά, σχεδόν ψιθυριστά, και ο δαίμονας χαμογέλασε. «Ό,τι έχεις χάσει, ό,τι φοβάσαι ότι δεν θα αποκτήσεις ποτέ, δύναμη, χρήματα, επιρροή, ό,τι ζητήσει η ψυχή σου». Η προσφορά έμεινε να αιωρείται στον αέρα, βαριά και δελεαστική.
«Και τι θέλεις εσύ;» ρώτησε ο Νίκος, ήδη νιώθοντας ότι ήξερε την απάντηση πριν καν την ακούσει. «Μόνο την ψυχή σου», απάντησε ο Σιλόμο απλά, σαν να ήταν κάτι ασήμαντο, και εκείνη τη στιγμή ο κόσμος γύρω τους φάνηκε να απομακρύνεται, σαν να μην υπήρχε τίποτα άλλο εκτός από αυτή τη συμφωνία.
Ο δαίμονας έβγαλε ένα μικρό, κοφτερό ξυράφι και το κράτησε μπροστά του, και ο Νίκος το πήρε χωρίς να καταλάβει γιατί, σαν να καθοδηγούνταν από μια δύναμη έξω από τον εαυτό του. Το φως από μια μακρινή λάμπα έπεσε πάνω στη λεπίδα, κάνοντάς την να λάμψει για μια στιγμή, και τότε, χωρίς δεύτερη σκέψη, έκοψε το δάχτυλό του. Το αίμα άρχισε να κυλά ζεστό, αντίθετα με το παγωμένο περιβάλλον, και έπεσε πάνω σε ένα παλιό χαρτί που είχε ήδη εμφανιστεί μπροστά του, γεμάτο με σύμβολα που δεν μπορούσε να διαβάσει.
Με τρεμάμενο χέρι, αλλά με μια αποφασιστικότητα που δεν του ανήκε, υπέγραψε, αφήνοντας το όνομά του γραμμένο με αίμα, σφραγίζοντας έτσι κάτι που δεν μπορούσε να αναιρεθεί. Τη στιγμή που τελείωσε, ένα δυνατό ρίγος διαπέρασε το σώμα του, και ένιωσε σαν κάτι να αποσπάστηκε από μέσα του, κάτι που δεν μπορούσε να δει αλλά ήξερε ότι υπήρχε.
Ο Σιλόμο χαμογέλασε, ένα χαμόγελο γεμάτο ικανοποίηση, και η μορφή του άρχισε να χάνεται μέσα στις σκιές. «Έκανες τη σωστή επιλογή», ψιθύρισε, και η φωνή του αντήχησε μέσα στο μυαλό του Νίκου σαν υπόσχεση και κατάρα μαζί. Στο σκοτάδι, ο δεύτερος δαίμονας παρακολουθούσε για άλλη μια φορά, καταλαβαίνοντας ότι η νίκη δεν ανήκε σε αυτόν εκείνη τη νύχτα.
Και καθώς ο Νίκος έμεινε μόνος, με το αίμα ακόμα να στάζει από το χέρι του, η πόλη συνέχισε να κινείται σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, αλλά μέσα του κάτι είχε αλλάξει για πάντα, κάτι που δεν μπορούσε να επιστρέψει, γιατί η υπογραφή του είχε ήδη γραφτεί εκεί όπου καμία ανθρώπινη δύναμη δεν μπορούσε να τη σβήσει.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου