Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΣΤΗ ΣΚΙΑ




Η παιδική χαρά ήταν σχεδόν άδεια εκείνο το απόγευμα. Ο ήλιος έδυε αργά, βάφοντας τον ουρανό με ένα θαμπό πορτοκαλί που έμοιαζε περισσότερο με προειδοποίηση παρά με ομορφιά. Οι κούνιες κινούνταν ελαφρά, αν και δεν φυσούσε αέρας.

Η Άννα καθόταν στη μία από αυτές.

Δεν έπαιζε. Δεν γελούσε. Κρατούσε σφιχτά τα σχοινιά και κοιτούσε το έδαφος. Το μυαλό της ήταν γεμάτο από τις φωνές των γονιών της, τις ίδιες φωνές που άκουγε κάθε βράδυ. Σπασμένα πιάτα. Κλειστές πόρτες. Λέξεις που δεν ξεχνιούνται.

«Δεν θα σταματήσουν ποτέ…» ψιθύρισε.

«Μπορώ να το διορθώσω.»

Η φωνή ήρθε από δίπλα της.

Η Άννα γύρισε απότομα. Ένα άλλο κορίτσι καθόταν στην διπλανή κούνια. Δεν την είχε δει να έρχεται.

«Ποια είσαι;»

«Με λένε Μάγια,» απάντησε ήρεμα. «Και μπορώ να σου δώσω αυτό που θέλεις.»

Η Άννα συνοφρυώθηκε. «Κανείς δεν μπορεί.»

Η Μάγια χαμογέλασε. Ήταν ένα χαμόγελο που δεν ταίριαζε σε παιδί.

«Κάνεις λάθος.»

Έβγαλε ένα παλιό, κιτρινισμένο χαρτί. Οι άκρες του ήταν φθαρμένες, σαν να είχε περάσει από πολλά χέρια… ή από κάτι χειρότερο.

«Γράψε εδώ τι θέλεις. Και θα γίνει.»

Η Άννα δίστασε. «Και εσύ τι θέλεις;»

«Ένα μικρό αντάλλαγμα.»

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν βαριά.

«Την ψυχή σου.»

Η λέξη ακούστηκε απλά. Χωρίς απειλή. Χωρίς συναίσθημα.

Η Άννα γέλασε νευρικά. «Αυτά είναι χαζά…»

Αλλά τα χέρια της έτρεμαν.

«Τότε φύγε,» είπε η Μάγια ήρεμα. «Και πήγαινε σπίτι να ακούσεις άλλον έναν καβγά.»

Η Άννα πάγωσε.

Κοίταξε το χαρτί.

Κοίταξε τα χέρια της.

Και έγραψε.

“Να σταματήσουν να τσακώνονται. Να είναι όπως πριν.”

Δεν υπήρχε μελάνι. Μόνο το δάχτυλό της που έτρεμε, χαράζοντας τις λέξεις σαν να τις έγραφε με κάτι πιο βαθύ από αίμα.

Η Μάγια άγγιξε το χαρτί.

«Έγινε.»


Την ίδια νύχτα, το σπίτι ήταν ήσυχο.

Όχι απλώς ήσυχο.

Νεκρό.

Η Άννα κατέβηκε αργά τις σκάλες. Τα φώτα ήταν σβηστά. Μια μυρωδιά μεταλλική, βαριά, γέμιζε τον αέρα.

Η μητέρα της καθόταν στο πάτωμα. Τα μάτια της άδεια. Τα χέρια της βαμμένα κόκκινα.

Ο πατέρας της… δεν κινούνταν.

Ποτέ ξανά.

Η Άννα άρχισε να ουρλιάζει.


Οι μέρες πέρασαν.

Το σπίτι δεν είχε πια φωνές.

Ούτε αγάπη.

Μόνο σιωπή.

Και ενοχή.

Η Μάγια εμφανίστηκε ξανά.

Στην ίδια παιδική χαρά.

Στις ίδιες κούνιες.

«Σου έδωσα αυτό που ζήτησες,» είπε.

Η Άννα έτρεμε. «Δεν… δεν το ήθελα έτσι…»

Η Μάγια έγειρε το κεφάλι της.

«Δεν έχει σημασία.»

Έσκυψε πιο κοντά.

Τα μάτια της είχαν γίνει μαύρα. Χωρίς ίχνος ανθρώπου μέσα τους.

«Έχει σημασία μόνο ότι συμφώνησες.»


Τα χρόνια κύλησαν σαν τιμωρία.

Η Άννα μεγάλωσε, αλλά δεν ξέχασε ποτέ. Κάθε της σκέψη ήταν δεμένη με εκείνη τη στιγμή. Με εκείνη την υπογραφή.

Στα δεκαέξι της, τα όνειρα ξεκίνησαν.

Σκιές που την καλούσαν.

Φωνές που της ψιθύριζαν.

Η Μάγια που την περίμενε.


Την τελευταία νύχτα, επέστρεψε στις κούνιες.

Ήξερε ότι δεν υπήρχε διαφυγή.

Η Μάγια ήταν ήδη εκεί.

«Ώρα να πληρώσεις.»

Η Άννα δεν μίλησε.

Δεν έκλαψε.

Μόνο κάθισε απέναντί της.

Το χαρτί εμφανίστηκε ξανά.

Καθαρό.

Έτοιμο.

«Κάποιος άλλος θα χρειαστεί βοήθεια,» είπε η Μάγια.

Η Άννα κατάλαβε.

Δεν θα πέθαινε απλώς.

Θα γινόταν αυτό που φοβόταν.

Ένα ακόμη χέρι που θα προσφέρει το χαρτί.

Ένα ακόμη χαμόγελο που θα παγιδεύει.

Οι κούνιες άρχισαν να κινούνται.

Χωρίς αέρα.

Χωρίς ήχο.

Και κάπου στο σκοτάδι, ένα παιδί πλησίαζε.

Έτοιμο να ζητήσει ένα δώρο… χωρίς να ξέρει το τίμημα.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ

🌑 Η Μάγισσα που Δεν Πέθανε Ποτέ