Το Τελευταίο Σφράγισμα της Πύλης
Η πόλη δεν είχε επανέλθει ποτέ μετά εκείνη τη νύχτα. Οι δρόμοι παρέμεναν χαραγμένοι με σύμβολα, σαν ουλές πάνω σε ένα σώμα που δεν γιατρεύεται. Τα graffiti δεν ήταν πια προειδοποιήσεις—ήταν κραυγές απελπισίας. Οι Κυνηγοί είχαν καταλάβει κάτι τρομακτικό: οι πύλες δεν άνοιγαν τυχαία. Κάποιος… ή κάτι… τις καθοδηγούσε. Και υπήρχε μία πύλη που δεν είχε ακόμη ανοίξει πλήρως. Την αποκαλούσαν «Η Καρδιά». Βρισκόταν κάτω από την πόλη. Σε ένα εγκαταλελειμμένο υπόγειο δίκτυο, βαθιά κάτω από τα παλιά τούνελ, εκεί όπου ο αέρας δεν κυκλοφορούσε και η σιωπή είχε βάρος. Εκεί είχαν βρει το μεγαλύτερο graffiti που είχε υπάρξει ποτέ. Δεν ήταν απλώς σχέδιο—ήταν ζωντανό. Οι γραμμές του παλλόταν σαν φλέβες. Οι Κυνηγοί συγκεντρώθηκαν. Επτά αυτή τη φορά. —«Αν ανοίξει… τελείωσε,» είπε η γυναίκα με το σημάδι στο πρόσωπο. «Όλες οι άλλες πύλες είναι απλώς προάγγελοι.» —«Και αν την κλείσουμε;» ρώτησε ένας νεότερος, κρατώντας σφιχτά το όπλο του. Κανείς δεν απάντησε αμέσως. —«Τότε… ίσως σωθεί ό,τι έχει απομείνε...