Το Κυνήγι του Σκοταδιού
Η νύχτα είχε πέσει βαριά πάνω στην πόλη. Οι δρόμοι άδειοι, τα φώτα τρεμόπαιζαν σαν να φοβούνταν κάτι που πλησίαζε. Κάπου βαθιά, κάτω από την επιφάνεια της πραγματικότητας, μια αρχαία δύναμη είχε ξυπνήσει.
Η μυστική σέχτα, γνωστή μόνο ως «Οι Καθαροί», είχε συγκεντρωθεί σε ένα εγκαταλελειμμένο μοναστήρι. Τα πρόσωπά τους καλυμμένα, τα μάτια τους γεμάτα αποφασιστικότητα. Δεν ήταν ήρωες. Ήταν κυνηγοί.
Στο κέντρο του κύκλου, ένας ιερέας κρατούσε ένα ασημένιο δοχείο με αγιασμό. Η φωνή του έτρεμε, όχι από φόβο, αλλά από το βάρος αυτού που ερχόταν.
«Απόψε… δεν κυνηγάμε απλώς δαίμονες. Απόψε, τους τελειώνουμε.»
Οι δαίμονες δεν ήταν μύθος. Ζούσαν ανάμεσα στους ανθρώπους, παίρνοντας μορφές, κρύβοντας τη δυσωδία της κόλασης πίσω από ανθρώπινα χαμόγελα. Ήταν αυτοί που έπαιρναν τις ψυχές των αθώων — όχι με τη βία, αλλά με συμφωνίες. Με υποσχέσεις ζωής, δύναμης, σωτηρίας.
Και οι άνθρωποι… υπέγραφαν.
Το πρώτο θύμα της νύχτας βρέθηκε σε ένα παλιό διαμέρισμα. Ένας άντρας, δεμένος στο πάτωμα, τα μάτια του μαύρα σαν πηγάδι χωρίς τέλος. Όταν η σέχτα μπήκε, χαμογέλασε.
«Ήρθατε αργά…» ψιθύρισε με φωνή που δεν ήταν δική του.
Ο αγιασμός έπεσε πάνω του σαν φωτιά. Το σώμα του άρχισε να καίγεται από μέσα, να παραμορφώνεται. Κραυγές, όχι ανθρώπινες, γέμισαν το δωμάτιο.
Αλλά δεν πέθανε εύκολα.
Ο δαίμονας πάλεψε. Έσπασε τα δεσμά, όρμησε πάνω τους. Ένας από τους κυνηγούς δεν πρόλαβε — το λαρύγγι του άνοιξε πριν καν καταλάβει τι έγινε. Το αίμα του ζέστανε το πάτωμα.
Και τότε κατάλαβαν.
Δεν κυνηγούσαν κάτι αδύναμο.
Το σκοτάδι είχε μάθει να πολεμά.
Η μάχη κράτησε λίγα λεπτά, αλλά έμοιαζε αιώνια. Όταν τελικά ο δαίμονας κατέρρευσε, το σώμα του έλιωσε σαν σάπια σάρκα, αφήνοντας πίσω μόνο στάχτη και μια μυρωδιά που δεν έφευγε.
Η νίκη τους ήταν μικρή.
Γιατί έξω… υπήρχαν κι άλλοι.
Πολλοί περισσότεροι.
Ο αρχηγός της σέχτας κοίταξε τον ουρανό. Τα σύννεφα είχαν καλύψει το φεγγάρι.
«Το κυνήγι μόλις ξεκίνησε…»
Και κάπου στο σκοτάδι, κάτι… χαμογέλασε.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου