Το Τελευταίο Σφράγισμα της Πύλης
Η πόλη δεν είχε επανέλθει ποτέ μετά εκείνη τη νύχτα. Οι δρόμοι παρέμεναν χαραγμένοι με σύμβολα, σαν ουλές πάνω σε ένα σώμα που δεν γιατρεύεται. Τα graffiti δεν ήταν πια προειδοποιήσεις—ήταν κραυγές απελπισίας. Οι Κυνηγοί είχαν καταλάβει κάτι τρομακτικό: οι πύλες δεν άνοιγαν τυχαία. Κάποιος… ή κάτι… τις καθοδηγούσε.
Και υπήρχε μία πύλη που δεν είχε ακόμη ανοίξει πλήρως.
Την αποκαλούσαν «Η Καρδιά».
Βρισκόταν κάτω από την πόλη. Σε ένα εγκαταλελειμμένο υπόγειο δίκτυο, βαθιά κάτω από τα παλιά τούνελ, εκεί όπου ο αέρας δεν κυκλοφορούσε και η σιωπή είχε βάρος. Εκεί είχαν βρει το μεγαλύτερο graffiti που είχε υπάρξει ποτέ. Δεν ήταν απλώς σχέδιο—ήταν ζωντανό. Οι γραμμές του παλλόταν σαν φλέβες.
Οι Κυνηγοί συγκεντρώθηκαν.
Επτά αυτή τη φορά.
—«Αν ανοίξει… τελείωσε,» είπε η γυναίκα με το σημάδι στο πρόσωπο. «Όλες οι άλλες πύλες είναι απλώς προάγγελοι.»
—«Και αν την κλείσουμε;» ρώτησε ένας νεότερος, κρατώντας σφιχτά το όπλο του.
Κανείς δεν απάντησε αμέσως.
—«Τότε… ίσως σωθεί ό,τι έχει απομείνει.»
Κατέβηκαν μαζί.
Κάθε σκαλοπάτι έμοιαζε να τους τραβά πιο βαθιά σε κάτι που δεν έπρεπε να υπάρχει. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι σύμβολα, πιο παλιά από οτιδήποτε είχαν δει. Δεν ήταν γραμμένα από ανθρώπινο χέρι.
Ήταν χαραγμένα.
Και αιμορραγούσαν.
Όταν έφτασαν, την είδαν.
Η Πύλη.
Δεν έμοιαζε με τις άλλες. Δεν ήταν απλώς μια ρωγμή. Ήταν ένας τεράστιος κύκλος από σκοτάδι που περιστρεφόταν αργά, σαν να ανέπνεε. Από μέσα της ακούγονταν ψίθυροι—χιλιάδες φωνές, μπλεγμένες μεταξύ τους.
Και μπροστά της…
στεκόταν ο Θάνατος.
Δεν γύρισε όταν τους ένιωσε.
—«Αργήσατε,» είπε.
Η φωνή του ήταν πιο βαριά από πριν. Σαν να κουβαλούσε κάτι.
—«Δεν ήρθαμε για σένα,» απάντησε η γυναίκα.
—«Ξέρω γιατί ήρθατε.»
Το βιβλίο του άνοιξε.
Οι σελίδες γύριζαν μόνες τους.
—«Αν την κλείσετε… θα χαθούν ψυχές που δεν έχουν ακόμη κριθεί.»
—«Και αν δεν την κλείσουμε;»
Ο Θάνατος σήκωσε το βλέμμα του.
—«Τότε δεν θα μείνει τίποτα να κρίνω.»
Σιωπή.
Οι Κυνηγοί κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.
Ήξεραν τι έπρεπε να κάνουν.
Ένας από αυτούς προχώρησε μπροστά, κρατώντας ένα μαχαίρι χαραγμένο με σύμβολα.
—«Η σφράγιση απαιτεί αίμα,» είπε.
—«Όχι οποιοδήποτε αίμα,» τον διόρθωσε ο Θάνατος. «Ζωντανή ψυχή.»
Ο νεότερος Κυνηγός πάγωσε.
—«Δηλαδή… κάποιος από εμάς;»
Η γυναίκα δεν δίστασε.
—«Δεν υπάρχει άλλος τρόπος.»
Τότε… η Πύλη άρχισε να ανοίγει περισσότερο.
Το σκοτάδι μέσα της κουνήθηκε.
Και κάτι άρχισε να βγαίνει.
Όχι σαν μορφή.
Σαν παρουσία.
Οι τοίχοι ράγισαν. Οι φλόγες των πυρσών έσβησαν. Ο αέρας εξαφανίστηκε.
Οι Κυνηγοί έπεσαν στα γόνατα.
Εκτός από έναν.
Ο νεότερος.
Σηκώθηκε αργά.
—«Εγώ.»
Οι άλλοι τον κοίταξαν.
—«Δεν έχω τίποτα πίσω… δεν έχω λόγο να γυρίσω.»
Η γυναίκα έκανε ένα βήμα προς το μέρος του.
—«Μην το κάνεις.»
—«Αν δεν το κάνω… δεν θα υπάρχει τίποτα για κανέναν.»
Πήρε το μαχαίρι.
Ο Θάνατος τον παρακολουθούσε.
Για πρώτη φορά… δεν τον σταμάτησε.
—«Θα σε θυμάμαι,» είπε.
Ο νεαρός χαμογέλασε αδύναμα.
—«Αυτό φτάνει.»
Και τότε—
έκοψε.
Το αίμα έπεσε πάνω στα σύμβολα.
Η Πύλη ούρλιαξε.
Όχι με ήχο.
Με ύπαρξη.
Το σκοτάδι άρχισε να τραβιέται πίσω, σαν να το ρουφούσε κάτι. Οι φωνές έσβησαν. Οι τοίχοι σταμάτησαν να τρέμουν.
Και η Πύλη…
έκλεισε.
Σιωπή.
Βαριά. Απόλυτη.
Οι Κυνηγοί έμειναν ακίνητοι.
Ο Θάνατος έκλεισε το βιβλίο του.
—«Μία ψυχή… που δεν χρειάζεται κρίση.»
Κοίταξε το σημείο όπου στεκόταν ο νεαρός.
—«Διάλεξε μόνος του.»
Για πρώτη φορά…
ο Θάνατος δεν αποφάσισε.
Γύρισε και χάθηκε στο σκοτάδι.
Και στην πόλη…
τα graffiti άρχισαν να σβήνουν.
Αλλά όχι όλα.
Γιατί κάπου, σε κάποιον τοίχο…
ένα νέο σύμβολο εμφανίστηκε.
Πιο μικρό.
Πιο ήσυχο.
Αλλά ζωντανό.
Σαν υπενθύμιση.
Ότι οι πύλες μπορεί να κλείνουν…
αλλά ποτέ δεν πεθαίνουν πραγματικά.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου