🩸 Το Συμβόλαιο των Πέντε 🩸
Ήταν ένα βράδυ χωρίς φεγγάρι. Ο αέρας δεν φυσούσε, τα δέντρα δεν κινούνταν, και η σιωπή στο παλιό εγκαταλελειμμένο σπίτι ήταν τόσο βαριά που έμοιαζε να πιέζει το στήθος.
Πέντε παιδιά είχαν μαζευτεί εκεί. Ο Άρης, η Μαρία, ο Νίκος, η Ελένη και η Σοφία. Στην αρχή ήταν απλά ένα παιχνίδι… μια πρόκληση. Κάτι που είχαν βρει σε ένα παλιό βιβλίο, κρυμμένο σε ένα σκονισμένο συρτάρι. Ένα βιβλίο με μαύρο εξώφυλλο και σύμβολα που κανείς τους δεν καταλάβαινε πλήρως.
«Αν το κάνουμε σωστά… θα εμφανιστεί», είπε ο Άρης με χαμόγελο που έκρυβε περισσότερο φόβο παρά θάρρος.
Κάθισαν σε κύκλο. Στο πάτωμα είχαν ζωγραφίσει ένα σύμβολο με κιμωλία. Στο κέντρο, ένα κερί. Η φλόγα του τρεμόπαιζε χωρίς λόγο.
Η Μαρία άρχισε να διαβάζει τα λόγια. Στην αρχή χαμηλόφωνα… μετά πιο δυνατά.
Οι λέξεις δεν έμοιαζαν ανθρώπινες.
Ο αέρας άλλαξε.
Το κερί έσβησε απότομα.
Και τότε… κάτι απάντησε.
Ένας ήχος βαθύς, σαν ανάσα που ερχόταν από μέσα στους τοίχους.
Η Σοφία άρχισε να τρέμει. «Παιδιά… σταματήστε… κάτι δεν πάει καλά…»
Αλλά ήταν αργά.
Η Ελένη τινάχτηκε προς τα πίσω σαν κάτι να την τράβηξε. Το σώμα της λύγισε αφύσικα. Τα μάτια της γύρισαν προς τα πάνω.
Και μετά… άνοιξαν ξανά.
Δεν ήταν πια τα δικά της.
Μαύρα.
Άδεια.
Και χαμογέλασε.
Ένα χαμόγελο που δεν ανήκε σε άνθρωπο.
«Με καλέσατε…» ακούστηκε μια φωνή, αλλά δεν βγήκε από το στόμα της Ελένης μόνο… ήρθε από παντού.
Ο Νίκος ούρλιαξε και σηκώθηκε να τρέξει. Δεν πρόλαβε.
Η Ελένη—ή ό,τι ήταν πλέον μέσα της—γύρισε το κεφάλι της απότομα. Ένας ήχος σαν σπάσιμο κόκαλου ακούστηκε. Σε μια στιγμή, βρέθηκε μπροστά του.
Κανείς δεν είδε πώς κινήθηκε.
Μόνο το αίμα που άρχισε να γεμίζει το πάτωμα.
Ο Άρης και η Μαρία έτρεξαν προς την πόρτα. Δεν άνοιγε. Ήταν σαν κάτι να την κρατούσε από την άλλη πλευρά.
Η Σοφία έκλαιγε, ψιθυρίζοντας προσευχές.
Η Ελένη περπατούσε αργά προς αυτούς.
Κάθε της βήμα ακουγόταν σαν κάτι να σέρνεται πίσω της.
«Ένας… έφυγε…» είπε η φωνή.
Η Μαρία γύρισε και κοίταξε.
Λάθος.
Τα μάτια της Ελένης καρφώθηκαν πάνω της.
Και τότε… το σώμα της Μαρίας σηκώθηκε στον αέρα σαν να την έπιασαν αόρατα χέρια.
Το ουρλιαχτό της κόπηκε απότομα.
Σιωπή.
Δύο έμειναν.
Ο Άρης είχε παγώσει. Δεν μπορούσε να κινηθεί.
Η Σοφία έπεσε στα γόνατα.
«Δεν το θέλαμε…» ψιθύρισε.
Η Ελένη σταμάτησε μπροστά της.
Έσκυψε.
Και για μια στιγμή… φάνηκε σαν να την κοιτάζει.
Σαν να θυμόταν.
Και τότε… το χαμόγελο άνοιξε πιο πολύ.
«Το θέλατε…» απάντησε.
Τα φώτα του σπιτιού άναψαν και έσβησαν απότομα.
Και μετά… απόλυτο σκοτάδι.
Το επόμενο πρωί, το σπίτι ήταν άδειο.
Κανένα ίχνος πάλης.
Μόνο το σύμβολο στο πάτωμα.
Και στο κέντρο…
Το κερί.
Αναμμένο.
.png)
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου