🕯️ Η Σφραγίδα της Υποταγής 🕯️
Η βροχή χτυπούσε τα σπασμένα παράθυρα του παλιού σπιτιού σαν δάχτυλα που ζητούσαν να μπουν μέσα. Ο Γιάννης και ο Πέτρος είχαν περάσει εβδομάδες προετοιμασίας. Το βιβλίο που κρατούσαν δεν ήταν απλά ένα παλιό αντικείμενο.
Ήταν οδηγός.
Μαύρο εξώφυλλο. Σελίδες που μύριζαν υγρασία και κάτι… πιο βαθύ. Κάτι ζωντανό.
Στο κέντρο του δωματίου στεκόταν η Άννα.
Ξυπόλητη.
Ακίνητη.
Τα μάτια της κλειστά.
«Είσαι έτοιμη;» ρώτησε ο Γιάννης.
Η Άννα δεν απάντησε αμέσως. Μόνο πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Κάν’ το.»
Ο Πέτρος άνοιξε το βιβλίο. Τα σύμβολα μέσα έμοιαζαν να κινούνται όταν δεν τα κοιτούσες κατευθείαν. Γύρω από την Άννα, είχαν χαράξει κύκλο με σφραγίδες. Καθεμία διαφορετική.
Καθεμία… δεσμευτική.
«Ξεκινάμε», είπε.
Οι λέξεις άρχισαν να βγαίνουν από το στόμα τους συγχρονισμένα. Δεν τις καταλάβαιναν πλήρως, αλλά τις ένιωθαν.
Ο αέρας πάγωσε.
Τα φώτα τρεμόπαιξαν.
Η Άννα άρχισε να τρέμει.
Στην αρχή ελαφρά… μετά βίαια.
Τα δάχτυλά της λύγισαν αφύσικα. Η πλάτη της καμπουριάσε.
Και τότε…
Άνοιξε τα μάτια της.
Μαύρα.
Χωρίς ίριδα.
«ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ», φώναξε ο Γιάννης.
Η φωνή της Άννας βγήκε διπλή.
«Γιατί… με καλείτε…»
Ο Πέτρος έσφιξε το βιβλίο.
«ΔΕΝ σε καλούμε. Σε ΔΕΣΜΕΥΟΥΜΕ.»
Οι σφραγίδες άρχισαν να λάμπουν.
Η Άννα—ή κάτι μέσα της—ούρλιαξε. Ένας ήχος που δεν έμοιαζε ανθρώπινος.
Ο αέρας γέμισε με μια βαριά μυρωδιά καμένου.
Το σώμα της σηκώθηκε λίγα εκατοστά από το πάτωμα.
«ΤΩΡΑ!» φώναξε ο Γιάννης.
Ο Πέτρος έβγαλε το φυλαχτό. Ένα μικρό μεταλλικό αντικείμενο γεμάτο χαραγμένα σύμβολα.
«Μπες μέσα!» φώναξε.
Για μια στιγμή…
Φάνηκε να λειτουργεί.
Η σκιά γύρω από το σώμα της Άννας άρχισε να τραβιέται προς το φυλαχτό.
Η φωνή ούρλιαζε.
Οι τοίχοι έτριζαν.
Το πάτωμα έσπαγε.
Και μετά…
Σιωπή.
Η Άννα έπεσε στο πάτωμα.
Ακίνητη.
Τα μάτια της φυσιολογικά.
Αναπνοή… αδύναμη.
Ο Πέτρος κοίταξε το φυλαχτό.
Έτρεμε στα χέρια του.
«Το… κάναμε;» ψιθύρισε.
Ο Γιάννης χαμογέλασε.
«Τον έχουμε.»
Μια μικρή ρωγμή εμφανίστηκε πάνω στο μέταλλο.
Κανείς δεν την πρόσεξε.
Τις επόμενες μέρες… άρχισαν να τον καλούν.
Μικρά πράγματα στην αρχή.
Μια επιθυμία.
Ένα μυστικό.
Μια εκδίκηση.
Και το φυλαχτό… απαντούσε.
Πάντα.
Μέχρι που ένα βράδυ…
Ο Πέτρος το κράτησε λίγο παραπάνω.
Η ρωγμή άνοιξε.
Και κάτι μέσα… χαμογέλασε.
Η φωνή ακούστηκε καθαρά.
Όχι μέσα στο κεφάλι του.
Από παντού.
«Δεν με δέσατε ποτέ…»
Το φυλαχτό έσπασε.
Και τα φώτα έσβησαν.
Το επόμενο πρωί, το σπίτι ήταν άδειο.
Η πόρτα ανοιχτή.
Το βιβλίο… στη θέση του.
Ανοιχτό.
Στην τελευταία σελίδα, υπήρχαν τρία ονόματα.
Γραμμένα με κάτι που δεν έμοιαζε με μελάνι.
Και από κάτω…
Μια νέα σφραγίδα.
Που περίμενε.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου