ΤΟ ΔΩΡΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΥΡΙΖΕΙ ΠΙΣΩ
Το μικρό κορίτσι καθόταν μόνο του στις κούνιες, σε μια παιδική χαρά που έμοιαζε ξεχασμένη από τον κόσμο. Ο αέρας ήταν βαρύς, σχεδόν ακίνητος, και κάθε τριγμός από τις σκουριασμένες αλυσίδες ακουγόταν πιο δυνατός απ’ όσο έπρεπε. Τα μάτια της κοιτούσαν μπροστά, χωρίς πραγματικά να βλέπουν. Σκεφτόταν τους καβγάδες στο σπίτι, τις φωνές που δεν σταματούσαν ποτέ, το βλέμμα της μητέρας της που είχε γεμίσει φόβο και θυμό μαζί.
Τότε εμφανίστηκε η Λίζα.
Κάθισε αθόρυβα στην διπλανή κούνια, σαν να ήταν εκεί από πάντα. Χαμογέλασε, αλλά το χαμόγελό της δεν είχε ζεστασιά. Ήταν τέλειο, υπερβολικά τέλειο.
«Θες να παίξουμε;» ρώτησε απαλά.
Το κορίτσι δίστασε, αλλά τελικά κούνησε το κεφάλι. Η μοναξιά της ήταν πιο δυνατή από το ένστικτο που της έλεγε να φύγει.
Οι μέρες πέρασαν και η Λίζα επέστρεφε πάντα. Έγινε φίλη της. Η μόνη που την άκουγε. Η μόνη που δεν φώναζε.
Μέχρι που μια μέρα, η Λίζα σταμάτησε να κουνιέται.
«Μπορώ να σου κάνω ένα δώρο,» είπε.
Το κορίτσι γύρισε προς το μέρος της.
«Ό,τι θέλεις. Αλλά πρέπει να μου πεις την αλήθεια. Τι επιθυμείς περισσότερο;»
Η φωνή της ήταν γλυκιά, αλλά κάτι μέσα της έκρυβε κάτι βαθύ, σκοτεινό και αρχαίο.
Το κορίτσι δεν ήξερε. Δεν σκέφτηκε. Δεν κατάλαβε.
«Θέλω… οι γονείς μου να σταματήσουν να τσακώνονται… να γίνουν όπως πριν.»
Η Λίζα χαμογέλασε πιο πλατιά.
«Αυτό μπορώ να το κάνω.»
Δεν υπήρξε χαρτί. Δεν υπήρξε υπογραφή. Μόνο ένα άγγιγμα. Ένα απλό άγγιγμα στο χέρι.
Το συμβόλαιο είχε κλείσει.
Τα πράγματα άλλαξαν αργά.
Στην αρχή, οι φωνές μειώθηκαν. Το σπίτι έγινε πιο ήσυχο. Το κορίτσι χαμογέλασε για πρώτη φορά μετά από καιρό.
Αλλά η σιωπή δεν ήταν ειρήνη.
Ήταν κάτι άλλο.
Ο πατέρας άρχισε να αλλάζει. Έγινε ψυχρός. Απόμακρος. Τα μάτια του δεν είχαν πια συναίσθημα. Σαν κάτι να είχε σβήσει μέσα του.
Και τότε ήρθε η νύχτα.
Το κορίτσι ξύπνησε από έναν ήχο. Ένα βαρύ, υγρό χτύπημα. Κατέβηκε αργά τις σκάλες.
Η μητέρα της ούρλιαζε.
Ο πατέρας στεκόταν ακίνητος… και μετά έπεσε.
Το αίμα άπλωσε στο πάτωμα σαν σκιά.
Η σιωπή επέστρεψε.
Αυτή τη φορά για πάντα.
Η Λίζα εμφανίστηκε ξανά στις κούνιες την επόμενη μέρα.
«Σου είπα ότι θα σταματήσουν να τσακώνονται,» είπε ήρεμα.
Το κορίτσι έτρεμε.
«Δεν… αυτό δεν ήθελα…»
Η Λίζα έσκυψε κοντά της.
Τα μάτια της δεν ήταν πια ανθρώπινα.
«Δεν με νοιάζει τι ήθελες,» ψιθύρισε. «Με νοιάζει τι ζήτησες.»
Το κορίτσι προσπάθησε να φύγει, αλλά το σώμα της δεν υπάκουε.
«Τώρα… είναι η σειρά μου.»
Τα χρόνια πέρασαν.
Στα δεκαέξι της, η αλήθεια αποκαλύφθηκε πλήρως.
Η ψυχή της δεν της ανήκε πια.
Και εκείνη τη νύχτα, στις ίδιες κούνιες, η Λίζα την περίμενε.
Δεν υπήρξαν φωνές.
Δεν υπήρξε αντίσταση.
Μόνο ένα χαμόγελο.
Το ίδιο τέλειο, κενό χαμόγελο.
Και μετά… τίποτα.
Οι κούνιες συνέχισαν να κινούνται μόνες τους μέσα στο σκοτάδι.
Σαν να περίμεναν το επόμενο παιδί που θα ζητούσε ένα δώρο… χωρίς να καταλάβει το τίμημα.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου