Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ

 








Η νύχτα είχε πέσει βαριά πάνω στην πόλη, σαν ένα πέπλο που έπνιγε τους ήχους και έκανε τους ανθρώπους να περπατούν πιο γρήγορα χωρίς να ξέρουν γιατί, και μέσα σε αυτό το σκοτάδι υπήρχαν δύο παρουσίες που δεν ανήκαν στον κόσμο των ζωντανών αλλά κινούνταν ανάμεσά τους με σκοπό έναν και μόνο, να βρουν νέες ψυχές για την κόλαση. Ο ένας λεγόταν Σιλόμο, ένας πανίσχυρος δαίμονας με μάτια που έλαμπαν σαν καμένο κάρβουνο και μορφή που άλλαζε ανάλογα με τον φόβο αυτού που τον κοιτούσε, και ο άλλος ήταν πιο σιωπηλός, πιο ύπουλος, ένας συλλέκτης ψυχών που πίστευε ότι μπορούσε να ξεπεράσει τον Σιλόμο και να αποδείξει ότι είναι ανώτερος.

Ο άνεμος φυσούσε ψυχρός, κουβαλώντας μαζί του μια βαριά μυρωδιά υγρασίας και σήψης, και τα φώτα του δρόμου τρεμόπαιζαν σαν να φοβούνταν κι αυτά αυτό που πλησίαζε, ενώ οι δύο δαίμονες κινούνταν μέσα στις σκιές, παρατηρώντας τους ανθρώπους σαν θηράματα που δεν γνώριζαν ότι ήδη είχαν επιλεγεί. «Απόψε θα δούμε ποιος αξίζει περισσότερο», ψιθύρισε ο Σιλόμο, η φωνή του σαν να ερχόταν από βαθιά μέσα στη γη, και το χαμόγελό του άνοιξε πιο πλατύ, αποκαλύπτοντας κάτι που δεν έπρεπε να δει ανθρώπινο μάτι.

Καθώς περπατούσε στους άδειους δρόμους, ένιωσε μια παρουσία διαφορετική, μια ψυχή πιο εύκολη, πιο αδύναμη, και τότε την είδε, την Ελένη, να περπατά μόνη της, χωρίς να ξέρει ότι ήδη είχε γίνει στόχος, και μέσα σε μια στιγμή βρέθηκε μπροστά της, σταματώντας τον δρόμο της χωρίς να την αγγίξει καν. Η κοπέλα πάγωσε, όχι επειδή τον είδε ξεκάθαρα, αλλά επειδή ένιωσε κάτι μέσα της να σφίγγεται, σαν να της ψιθύριζε ότι έπρεπε να φύγει, αλλά ήταν ήδη αργά.

«Μπορώ να σου δώσω ό,τι θέλεις», της είπε με μια φωνή απαλή, σχεδόν γλυκιά, που όμως έκρυβε κάτι αβάσταχτα σκοτεινό, «ένα δώρο, ό,τι επιθυμείς, με ένα μικρό αντάλλαγμα». Η Ελένη τον κοίταξε μπερδεμένη, ο φόβος της πάλευε με την περιέργεια, και χωρίς να καταλαβαίνει γιατί, άρχισε να ακούει τα λόγια του σαν να είχαν νόημα, σαν να ήταν αλήθεια. «Την ψυχή σου», συνέχισε εκείνος, και το χαμόγελό του έγινε πιο βαθύ, σχεδόν αόρατο μέσα στο σκοτάδι.

Η στιγμή κράτησε για λίγο, αλλά ήταν αρκετή, και η απόφαση πάρθηκε χωρίς σκέψη, χωρίς κατανόηση, μόνο με μια περίεργη βεβαιότητα που δεν ήταν δική της. Ο Σιλόμο έβγαλε ένα ξυράφι, λεπτό και παγωμένο, και της το έδωσε, και εκείνη, σαν να καθοδηγούνταν από κάτι άλλο, έκοψε το δάχτυλό της, αφήνοντας το αίμα να κυλήσει ζεστό μέσα στο κρύο της νύχτας. Στο έδαφος σχηματίστηκε ένα σύμβολο, κάτι αρχαίο, κάτι που δεν ανήκε στον κόσμο των ανθρώπων, και με το ίδιο της το αίμα υπέγραψε το συμβόλαιο που δεν μπορούσε να καταλάβει.

Τη στιγμή που τελείωσε, ο αέρας άλλαξε, έγινε πιο βαρύς, πιο ασφυκτικός, και ο Σιλόμο γέλασε χαμηλά, ένα γέλιο που δεν ακουγόταν μόνο με τα αυτιά αλλά μέσα στο μυαλό, μέσα στην ψυχή. «Έγινε», είπε, και για μια στιγμή το πρόσωπό του αποκαλύφθηκε πλήρως, μια μορφή φτιαγμένη από σκοτάδι και φωτιά, και η Ελένη κατάλαβε πολύ αργά τι είχε κάνει.

Στις σκιές, ο άλλος δαίμονας παρακολουθούσε, σιωπηλός, γνωρίζοντας ότι εκείνη τη νύχτα ο Σιλόμο είχε ήδη νικήσει, γιατί δεν είχε απλώς πάρει μια ψυχή, είχε πάρει μια ψυχή που προσφέρθηκε μόνη της, και αυτό ήταν το πιο ισχυρό από όλα. Και καθώς η νύχτα προχωρούσε, η πόλη συνέχιζε να αναπνέει, αγνοώντας ότι κάπου ανάμεσα στα φώτα και τα σκοτάδια, οι συμφωνίες με την κόλαση είχαν ήδη αρχίσει.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΣΤΗ ΣΚΙΑ

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ

🌑 Η Μάγισσα που Δεν Πέθανε Ποτέ