Η Εξόριστη Μάγισσα του Μαύρου Δάσους
Για αιώνες, το βαθύτερο δάσος ήταν γνωστό ως τόπος όπου οι σκιές δεν έφευγαν ποτέ. Τα δέντρα ήταν τόσο πυκνά, ώστε το φως του ήλιου έμοιαζε να χανόταν πριν αγγίξει το έδαφος. Ανάμεσα στους αρχαίους κορμούς βρισκόταν μια ερειπωμένη καλύβα, κρυμμένη πίσω από πέτρες καλυμμένες με βρύα και ομίχλη.
Εκεί ζούσε η μάγισσα Μορβένα.
Πριν από πολλά χρόνια, η Μορβένα ανήκε στο Συμβούλιο των Είκοσι Μεγάλων Μαγισσών, τις ισχυρότερες μάγισσες του κόσμου. Ήταν χαρισματική, αλλά και αλαζονική. Πίστευε ότι δεν αρκούσε να υπηρετεί τη μαγεία· ήθελε να κυβερνήσει ολόκληρο τον κόσμο των μαγισσών.
Όταν αποκάλυψε τα σχέδιά της, οι υπόλοιπες δεκαεννέα μάγισσες ενώθηκαν εναντίον της. Με ένα αρχαίο ξόρκι έσπασαν το προσωπικό της, σφράγισαν μεγάλο μέρος της δύναμής της και την εξόρισαν για πάντα στο σκοτεινό δάσος.
Χρόνια πέρασαν.
Η Μορβένα δεν ξέχασε ποτέ την ταπείνωσή της.
Κάθε νύχτα μελετούσε ξεχασμένους παπύρους και βιβλία γεμάτα παράξενα σύμβολα. Γύρω από την καλύβα της χάραζε κύκλους με στάχτη, βότανα και πέτρες, ψιθυρίζοντας αρχαίες λέξεις που κανείς άνθρωπος δεν μπορούσε να καταλάβει.
Σύμφωνα με τον θρύλο, πίστευε πως υπήρχε ένας τρόπος να λύσει τη σφραγίδα που κρατούσε δεμένη τη δύναμή της. Ετοίμαζε μια σκοτεινή τελετή, χρησιμοποιώντας συμβολικά αντικείμενα και αρχαία φίλτρα, αφήνοντάς τα για εβδομάδες να «ωριμάσουν» κάτω από το φως της πανσελήνου, όπως περιέγραφαν οι θρύλοι των παλιών χειρογράφων. Όμως τίποτε από αυτά δεν έμοιαζε αρκετό.
Τη νύχτα της μεγαλύτερης πανσελήνου, στάθηκε μέσα σε έναν πέτρινο κύκλο και άναψε επτά μαύρα κεριά.
Ο άνεμος σταμάτησε.
Τα πουλιά σώπασαν.
Η ομίχλη άρχισε να κινείται σαν να είχε δική της ζωή.
Μια βαθιά φωνή ακούστηκε μέσα από το σκοτάδι.
— «Γιατί με κάλεσες, Μορβένα;»
Η μάγισσα δεν γύρισε καν το κεφάλι.
— «Θέλω πίσω τη δύναμή μου.»
— «Και μετά;»
— «Θα πάρω τον θρόνο των Είκοσι.»
Μια σκιά υψώθηκε ανάμεσα στα δέντρα. Δεν είχε καθαρό πρόσωπο· μόνο δύο κόκκινα μάτια που έμοιαζαν με αναμμένα κάρβουνα.
— «Η εκδίκηση έχει τίμημα.»
— «Το γνωρίζω.»
— «Ακόμη κι αν νικήσεις, δεν θα είσαι ποτέ ξανά άνθρωπος.»
Η Μορβένα έμεινε σιωπηλή.
Για λίγα δευτερόλεπτα, ούτε ο άνεμος δεν φυσούσε.
Ύστερα χαμογέλασε.
— «Δεν με νοιάζει.»
Η σκιά γέλασε.
Το γέλιο της ακούστηκε σαν εκατοντάδες ψίθυροι που έβγαιναν από τα δέντρα.
Ξαφνικά, οι κορμοί άρχισαν να μαυρίζουν, τα φύλλα έπεφταν χωρίς να φυσάει και η γη ράγισε γύρω από τον πέτρινο κύκλο.
Ένα μαύρο σύμβολο εμφανίστηκε μόνο του πάνω στο χώμα.
Η συμφωνία είχε ξεκινήσει.
Μα την ίδια στιγμή, πολύ μακριά, στον Πύργο των Είκοσι Μαγισσών, όλες οι μάγισσες ένιωσαν την ίδια παγωμένη ανατριχίλα.
Η αρχαιότερη σήκωσε το βλέμμα προς το παράθυρο.
«Η Μορβένα βρήκε τρόπο να σπάσει τη σφραγίδα…»
Οι καμπάνες του πύργου άρχισαν να χτυπούν μόνες τους.
Οι μάγισσες φόρεσαν τους μαύρους μανδύες τους και συγκεντρώθηκαν στην αίθουσα του συμβουλίου.
Η αρχηγός τους είπε μόνο μία φράση:
«Απόψε αρχίζει ο τελευταίος πόλεμος των μαγισσών.»
Και μέσα στο ατελείωτο σκοτεινό δάσος, η Μορβένα άνοιξε τα μάτια της.
Οι ίριδές της δεν ήταν πια ανθρώπινες. Έλαμπαν με ένα απόκοσμο, χρυσό φως, ενώ οι σκιές γύρω της άρχισαν να κινούνται σαν να υπάκουαν στις διαταγές της.
Η μάχη για την κυριαρχία του κόσμου των μαγισσών μόλις είχε αρχίσει.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου