🩸 Ο Θρόνος της Ήττας των Αγγέλων (+18)

 








Η μάχη είχε τελειώσει.

Όχι με ισορροπία.
Όχι με έλεος.

Αλλά με συντριβή.

Το πεδίο της μάχης δεν έμοιαζε πια με ουρανό. Ήταν κάτι ανάμεσα σε ερείπιο και κόλαση. Το φως είχε χαθεί, και στη θέση του υπήρχε μια βαριά, πνιγηρή σιωπή που μύριζε καμένο και σίδερο.

Σώματα αγγέλων ήταν σκορπισμένα παντού.
Τα φτερά τους—κάποτε καθαρά, λευκά—ήταν τώρα σκισμένα, λερωμένα, κολλημένα στο έδαφος σαν να μην ανήκαν πια σε τίποτα ιερό.

Μερικά ακόμα έλαμπαν αχνά.

Σαν να αρνούνταν να σβήσουν.

Οι δαίμονες περπατούσαν ανάμεσά τους.

Αργά.
Βαριά.
Σαν κυρίαρχοι.

Κάποιοι σήκωναν τα φτερά των πεσμένων αγγέλων, τα περιεργάζονταν… και μετά τα έσκιζαν, σαν τρόπαια ενός πολέμου που δεν άφησε τίποτα όρθιο. Άλλοι γελούσαν με φωνές βαθιές και παραμορφωμένες, φωνές που δεν ανήκαν σε κανέναν κόσμο.

Και στο βάθος—

εκεί όπου η φωτιά υψωνόταν σαν τείχος—

υπήρχε ο θρόνος.

Μαύρος.
Ζωντανός.
Σαν να ανέπνεε.

Πάνω του καθόταν ο Σατανάς.

Στο ένα του χέρι κρατούσε ένα ποτήρι γεμάτο σκούρο κρασί—ή κάτι που έμοιαζε με κρασί. Το υγρό κινούνταν μόνο του, σαν να είχε θέληση.

Ήπιε μια γουλιά.

Και χαμογέλασε.

Ένα χαμόγελο αργό, γεμάτο ικανοποίηση.

«Τελείωσε…» ψιθύρισε.

Η φωνή του απλώθηκε σε όλη την κόλαση, σαν να την κουβαλούσε ο ίδιος ο αέρας.

Μπροστά του, δαίμονες έσυραν ένα σώμα.

Έναν άγγελο.

Ακόμα ζωντανό.

Τα φτερά του ήταν σπασμένα, αλλά ακόμα λευκά. Το φως του έτρεμε, σαν φλόγα που πάλευε να μην σβήσει.

Ο Σατανάς έσκυψε ελαφρά μπροστά.

Τον κοίταξε.

Για μια στιγμή… δεν είπε τίποτα.

Μετά γέλασε.

Όχι δυνατά.

Αλλά αρκετά για να παγώσει τα πάντα γύρω του.

«Ακόμα λάμπεις…» είπε.
«Ακόμα πιστεύεις ότι υπάρχει σωτηρία…»

Σήκωσε το χέρι του.

Και η παρουσία του πίεσε τον άγγελο σαν βάρος που δεν μπορούσε να αντέξει.

Το φως του τρεμόπαιξε.

Μειώθηκε.

Και μετά—

έσβησε.

Σιωπή.

Οι δαίμονες γύρω ξέσπασαν σε γέλια.
Η κόλαση αντήχησε από θρίαμβο.

Ο Σατανάς ξανακάθισε πίσω στον θρόνο του.
Σήκωσε το ποτήρι.

Και ήπιε.

Αργά.

Σαν να απολάμβανε όχι απλώς τη νίκη…
αλλά το τέλος της ελπίδας.

Όμως—

κάπου μακριά, πολύ μακριά…

ένα μικρό φως άναψε.

Όχι αρκετό για να πολεμήσει.
Όχι ακόμα.

Αλλά αρκετό για να θυμίσει κάτι επικίνδυνο:

Ότι το φως δεν πεθαίνει εύκολα.



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΣΤΗ ΣΚΙΑ

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ