Η Μεγαλύτερη Μέρα και οι Δύο Δαιμόνισσες του Σκοταδιού

 




Η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου είχε φτάσει. Ο ήλιος στεκόταν ψηλά στον ουρανό και τα χωριά γιόρταζαν το καλοκαίρι. Οι άνθρωποι γέμιζαν τις πλατείες, οι παραλίες ήταν γεμάτες ζωή και τα παιδιά έπαιζαν μέχρι αργά το βράδυ. Όμως οι γέροντες των παλιών χωριών γνώριζαν ένα μυστικό που περνούσε από γενιά σε γενιά.

Έλεγαν πως όταν έρθει η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, αρχίζει αργά η επιστροφή του σκοταδιού.

Από εκείνη τη μέρα και μετά οι μέρες μικραίνουν λίγο λίγο. Στην αρχή κανείς δεν το καταλαβαίνει. Όμως κάθε νύχτα γίνεται λίγο πιο μεγάλη από την προηγούμενη. Και μέσα στις σκιές ξυπνούν πράγματα που περίμεναν υπομονετικά όλο τον χρόνο.

Σύμφωνα με έναν παλιό θρύλο, εκείνη τη νύχτα ξυπνούσαν δύο δαιμόνισσες.

Η πρώτη ονομαζόταν Νεράλια.

Η δεύτερη ονομαζόταν Βελμόρα.

Λεγόταν πως κατοικούσαν κάτω από έναν λόφο καλυμμένο με μαύρα πεύκα. Κανείς δεν πλησίαζε το μέρος μετά τη δύση του ηλίου. Οι παλιοί κυνηγοί έλεγαν ότι μπορούσαν να ακούσουν ψιθύρους να έρχονται μέσα από το δάσος όταν φυσούσε ο άνεμος.

Οι δύο δαιμόνισσες δεν εμφανίζονταν με τρομακτική μορφή.

Αντίθετα, παρουσιάζονταν σαν άγνωστες γυναίκες με παράξενα λαμπερά μάτια και φωνή που θύμιζε τραγούδι. Περιπλανιόνταν στις σκιές αναζητώντας ανθρώπους που διψούσαν για δόξα, πλούτη και δύναμη.

Πολλοί νέοι περνούσαν τα βράδια τους κοιτάζοντας εικόνες στα κοινωνικά δίκτυα, ονειρευόμενοι μια εύκολη ζωή γεμάτη θαυμασμό και φήμη. Οι δαιμόνισσες παρακολουθούσαν από μακριά και περίμεναν.

«Βρες εκείνους που θέλουν τα πάντα χωρίς κόπο», έλεγε η Νεράλια.

«Βρες εκείνους που πιστεύουν ότι η δόξα αξίζει περισσότερο από την ψυχή τους», απαντούσε η Βελμόρα.

Τότε ξεκινούσε το κυνήγι τους.

Σύμφωνα με τον θρύλο, οι συμφωνίες γίνονταν μόνο σε μέρη όπου συναντιούνταν τρεις δρόμοι. Τα παλιά σταυροδρόμια θεωρούνταν τόποι όπου οι σκιές μπορούσαν να αγγίξουν τον κόσμο των ανθρώπων.

Οι ηλικιωμένοι προειδοποιούσαν πάντα:

«Μη στέκεστε μόνοι σε έρημα σταυροδρόμια μέσα στη νύχτα.»

«Μην ακολουθείτε άγνωστες φωνές που σας καλούν από το σκοτάδι.»

«Μην πιστεύετε υποσχέσεις που ακούγονται υπερβολικά καλές για να είναι αληθινές.»

Ένα καλοκαίρι, δύο νεαροί φίλοι περπατούσαν αργά τη νύχτα επιστρέφοντας από μια γιορτή. Ο δρόμος τους πέρασε δίπλα από ένα παλιό σταυροδρόμι που κανείς από το χωριό δεν πλησίαζε.

Εκεί είδαν δύο γυναίκες ντυμένες στα μαύρα.

Οι γυναίκες χαμογελούσαν.

Τα μάτια τους έλαμπαν σαν κάρβουνα μέσα στη νύχτα.

Ο αέρας ξαφνικά πάγωσε.

Τα τζιτζίκια σταμάτησαν να τραγουδούν.

Ακόμα και τα σκυλιά του χωριού σώπασαν.

Οι φίλοι ένιωσαν έναν παράξενο φόβο χωρίς να γνωρίζουν το γιατί.

Οι γυναίκες τούς υποσχέθηκαν χρήματα, επιτυχία και όλα όσα ονειρεύονταν. Όμως ένας από τους δύο θυμήθηκε τα λόγια του παππού του.

Γύρισε αμέσως πίσω χωρίς να απαντήσει.

Ο άλλος έμεινε να ακούει.

Τότε οι σκιές γύρω από το σταυροδρόμι άρχισαν να μεγαλώνουν.

Τα δέντρα έμοιαζαν ψηλότερα.

Ο δρόμος έμοιαζε ατελείωτος.

Και οι δύο γυναίκες χαμογελούσαν όλο και περισσότερο.

Ο θρύλος λέει ότι όποιος ακολουθήσει τις ψεύτικες υποσχέσεις τους χάνεται μέσα στο βασίλειο των σκιών και δεν βρίσκει ποτέ ξανά τον δρόμο του.

Γι' αυτό στα χωριά λένε ακόμη πως η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου δεν είναι μόνο γιορτή του φωτός.

Είναι και η αρχή της αργής επιστροφής της νύχτας.

Καθώς οι μέρες μικραίνουν, οι σκιές μεγαλώνουν.

Και καθώς οι σκιές μεγαλώνουν, οι παλιοί θρύλοι ξυπνούν ξανά.

Ίσως γι' αυτό, όταν πέφτει το σκοτάδι στα ερημικά μονοπάτια και ο άνεμος φυσά μέσα από τα πεύκα, κάποιοι ακόμα αποφεύγουν τα παλιά σταυροδρόμια.

Γιατί κανείς δεν ξέρει αν οι δύο δαιμόνισσες του θρύλου είναι απλώς μια ιστορία ή αν συνεχίζουν να περιμένουν μέσα στις σκιές της μεγαλύτερης μέρας του χρόνου.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

🩸 Ο Θρόνος της Ήττας των Αγγέλων (+18)

⚰️ Το Βιβλίο Του Θαμμένου Προφήτη

Η Κληρονομιά της Λησμονημένης Μάγισσας