Το Συμβόλαιο της Μεγαλύτερης Ημέρας
Ο ήλιος έλαμπε πιο δυνατά από κάθε άλλη ημέρα του χρόνου. Ήταν η μεγαλύτερη ημέρα, η κορύφωση του καλοκαιριού. Τα χωριά ήταν γεμάτα μουσικές, φωτιές και γιορτές. Οι άνθρωποι πίστευαν πως το φως είχε νικήσει οριστικά το σκοτάδι.
Όμως οι γηραιότεροι έλεγαν κάτι διαφορετικό.
«Μη χαίρεστε μόνο επειδή η ημέρα είναι μεγάλη. Από απόψε οι νύχτες αρχίζουν να μεγαλώνουν ξανά.»
Από εκείνη τη στιγμή, κάθε επόμενη ημέρα γινόταν λίγο μικρότερη και κάθε νύχτα λίγο μεγαλύτερη. Σύμφωνα με έναν ξεχασμένο θρύλο, αυτή ήταν η εποχή που οι σκιές αποκτούσαν ξανά δύναμη.
Βαθιά μέσα σε ένα αρχαίο δάσος υπήρχε ένας εγκαταλελειμμένος πέτρινος ναός. Οι τοίχοι του ήταν γεμάτοι παράξενα σύμβολα, ενώ στο κέντρο του βρισκόταν ένας κύκλος από μαύρες πέτρες. Εκεί, σύμφωνα με τον θρύλο, εμφανίζονταν κάθε χρόνο δύο μυστηριώδεις μορφές.
Η Αζαρέλ.
Και η Μορίθα.
Κανείς δεν γνώριζε από πού είχαν έρθει. Κανείς δεν ήξερε πόσους αιώνες περιπλανιόνταν μέσα στις σκιές. Οι ιστορίες έλεγαν πως εμφανίζονταν μόνο όταν ο ήλιος ξεκινούσε τη μακρά του πορεία προς τον χειμώνα.
Οι δύο γυναίκες φορούσαν μακριούς μαύρους μανδύες. Τα μάτια τους είχαν μια παράξενη κόκκινη λάμψη και η φωνή τους ακουγόταν σαν ψίθυρος που ερχόταν μέσα από τον άνεμο.
Δεν αναζητούσαν γενναίους πολεμιστές.
Δεν αναζητούσαν σοφούς.
Αναζητούσαν ανθρώπους που πίστευαν πως η φήμη, ο πλούτος και η εύκολη επιτυχία μπορούσαν να αποκτηθούν χωρίς προσπάθεια.
Κάθε καλοκαίρι παρακολουθούσαν τον κόσμο από τις σκιές.
Έβλεπαν ανθρώπους να κυνηγούν την αποδοχή των άλλων, να ονειρεύονται μια ζωή γεμάτη θαυμασμό και αναγνώριση.
Η Αζαρέλ χαμογελούσε.
«Η επιθυμία είναι πάντα η πρώτη πόρτα.»
Η Μορίθα απαντούσε.
«Και η απληστία είναι πάντα η δεύτερη.»
Τότε ξεκινούσε η περιπλάνησή τους.
Σύμφωνα με τον θρύλο, διάλεγαν πάντα τις πιο σκοτεινές διαδρομές ανάμεσα στα χωριά. Περπατούσαν αθόρυβα μέσα στην ομίχλη, χωρίς να αφήνουν ίχνη πίσω τους.
Οι γέροντες συμβούλευαν τους νεότερους να μην περιπλανιούνται μόνοι σε απομονωμένα μονοπάτια όταν είχε πέσει η νύχτα και να αποφεύγουν τα παλιά σταυροδρόμια, γιατί οι λαϊκές παραδόσεις τα θεωρούσαν τόπους όπου μπορούσαν να συμβούν παράξενα πράγματα.
Ένα καλοκαιρινό βράδυ, λίγο μετά τη δύση του ήλιου, ένας νεαρός που επέστρεφε από μια γιορτή αποφάσισε να κόψει δρόμο περνώντας από ένα παλιό τριπλό σταυροδρόμι.
Ο αέρας ήταν ακίνητος.
Τα τζιτζίκια σώπασαν.
Το φως του φεγγαριού κρύφτηκε πίσω από τα σύννεφα.
Ξαφνικά είδε δύο γυναίκες να στέκονται στη μέση του δρόμου.
Δεν περπατούσαν.
Έμοιαζαν σαν να περίμεναν.
Η μία τον κοίταξε χαμογελώντας.
«Ψάχνεις μια καλύτερη ζωή;»
Η άλλη είπε με ήρεμη φωνή:
«Όλοι αναζητούν κάτι που τους λείπει.»
Ο νεαρός δίστασε.
Οι δύο άγνωστες μιλούσαν σαν να γνώριζαν όλες του τις σκέψεις.
Έμοιαζαν να ξέρουν τους φόβους του.
Τα όνειρά του.
Τις απογοητεύσεις του.
Για μια στιγμή ένιωσε πως αν έκανε ένα μόνο βήμα προς το μέρος τους, όλα θα άλλαζαν.
Όμως τότε θυμήθηκε κάτι που του είχε πει η γιαγιά του όταν ήταν παιδί.
«Όταν το σκοτάδι σου προσφέρει ό,τι επιθυμείς, αναρωτήσου πρώτα τι ζητά ως αντάλλαγμα.»
Ο νεαρός έκανε πίσω.
Έστρεψε το βλέμμα του προς το χωριό.
Χωρίς να μιλήσει, άρχισε να απομακρύνεται.
Όταν γύρισε για μια τελευταία ματιά, οι δύο γυναίκες είχαν εξαφανιστεί.
Στη θέση τους υπήρχε μόνο η παλιά πέτρινη διασταύρωση και τα φύλλα που παρασύρονταν από τον άνεμο.
Οι κάτοικοι του χωριού λένε πως από τότε δεν ξαναπέρασε ποτέ μόνος από εκείνο το σημείο μετά τη δύση του ήλιου.
Κάθε χρόνο, όταν φτάνει η μεγαλύτερη ημέρα του χρόνου και οι νύχτες αρχίζουν ξανά να μεγαλώνουν, οι ηλικιωμένοι αφηγούνται τον ίδιο θρύλο γύρω από τη φωτιά.
Λένε πως δεν υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο από τις εύκολες υποσχέσεις.
Πως το σκοτάδι δεν χρειάζεται πάντα να εμφανίζεται με τρομακτική μορφή.
Μερικές φορές εμφανίζεται με ένα ευγενικό χαμόγελο, μια ήρεμη φωνή και μια υπόσχεση ότι όλα μπορούν να γίνουν εύκολα.
Και γι' αυτό, όταν πέφτει η νύχτα στις πρώτες ημέρες μετά τη μεγαλύτερη ημέρα του χρόνου, αρκετοί στα χωριά εξακολουθούν να αποφεύγουν τα παλιά μονοπάτια μέσα στο δάσος.
Όχι επειδή γνωρίζουν αν οι θρύλοι είναι αληθινοί.
Αλλά επειδή πιστεύουν ότι ορισμένα μέρη είναι καλύτερο να τα αφήνει κανείς ήσυχα όταν το σκοτάδι αρχίζει να κυριαρχεί.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου