Η Πανσέληνος της Εκδίκησης
Η δεκαεξάχρονη Άννα είχε μεγαλώσει στους δρόμους μιας παλιάς πόλης, όπου κάθε βράδυ οι στενοί δρόμοι γέμιζαν με σκιές. Μαζί με ακόμη πέντε συνομήλικούς της είχε δημιουργήσει μια μικρή συμμορία. Στόχος τους ήταν να κλέβουν πορτοφόλια, χρήματα και πολύτιμα αντικείμενα από ανυποψίαστους περαστικούς. Κάθε επιτυχημένη κλοπή τούς έκανε να πιστεύουν πως τίποτα δεν μπορούσε να τους σταματήσει.
Ένα παγωμένο βράδυ, ενώ έψαχναν ένα εγκαταλειμμένο αρχοντικό για αντικείμενα αξίας, ανακάλυψαν ένα παλιό ξύλινο σεντούκι σκεπασμένο με σκόνη και παράξενα σύμβολα. Η κλειδαριά έσπασε εύκολα και μέσα βρήκαν ένα τεράστιο βιβλίο δεμένο με μαύρο δέρμα. Οι σελίδες του ήταν κιτρινισμένες και πάνω τους υπήρχαν παράξενα σχέδια και άγνωστα γράμματα.
Η Άννα γέλασε.
«Κάποιο παλιό βιβλίο είναι. Θα το πουλήσουμε.»
Κανείς τους δεν γνώριζε ότι το βιβλίο ανήκε σε μια μάγισσα που ζούσε κρυμμένη για πέντε αιώνες μέσα στα βουνά. Το βιβλίο ήταν το πολυτιμότερο αντικείμενό της και περιείχε όλα τα μυστικά που είχε συγκεντρώσει επί αιώνες.
Μόλις ένιωσε ότι το βιβλίο είχε φύγει από το σπίτι της, η μάγισσα άνοιξε αργά τα μάτια της.
Τα κεριά γύρω της έσβησαν μόνα τους.
Ο αέρας πάγωσε.
«Τόλμησαν να το πάρουν...»
Το πρόσωπό της παρέμενε ανέκφραστο. Δεν υπήρχε θυμός· μόνο μια απόκοσμη αποφασιστικότητα.
Η πανσέληνος ανέβηκε αργά στον ουρανό.
Τα σύννεφα σκέπασαν τα αστέρια.
Το δάσος βυθίστηκε σε μια αφύσικη σιωπή.
Η μάγισσα σχεδίασε έναν τεράστιο κύκλο με λευκή κιμωλία στο πέτρινο πάτωμα και τοποθέτησε μέσα του μαύρα κεριά. Ψιθύρισε λόγια σε μια άγνωστη γλώσσα και οι φλόγες έγιναν σκούρες σαν κάρβουνο.
Μια βαθιά φωνή αντήχησε μέσα στη νύχτα.
«Με κάλεσες...»
Μέσα από τον καπνό εμφανίστηκε ο δαίμονας Σένφρτ, μια φανταστική οντότητα με τεράστια κέρατα, μάτια που έμοιαζαν με αναμμένα κάρβουνα και μαύρο μανδύα που έμοιαζε να αποτελείται από καπνό.
Η μάγισσα τον κοίταξε χωρίς ίχνος φόβου.
«Θέλω πίσω το βιβλίο μου.»
«Και αν αρνηθούν;» ρώτησε ο Σένφρτ.
«Τότε θα γνωρίσουν τον τρόμο.»
Ο δαίμονας χαμογέλασε και χάθηκε μέσα στις σκιές.
Την ίδια ώρα, η Άννα και οι φίλοι της είχαν κρυφτεί σε μια παλιά αποθήκη για να ανοίξουν το βιβλίο. Κάθε φορά που γύριζαν μια σελίδα, ακούγονταν ψίθυροι που έμοιαζαν να έρχονται από παντού.
Ξαφνικά, όλες οι λάμπες έσβησαν.
Το ξύλινο πάτωμα άρχισε να τρίζει.
Ένας παγωμένος άνεμος πέρασε μέσα από το κλειστό κτίριο.
Κάποιος στεκόταν στην απέναντι γωνία.
Δύο κατακόκκινα μάτια άνοιξαν μέσα στο σκοτάδι.
Ένα από τα παιδιά άφησε έναν πνιχτό ψίθυρο.
«Δεν... δεν ήταν κανείς εδώ πριν...»
Η φιγούρα έκανε ένα βήμα μπροστά.
Κάθε της κίνηση συνοδευόταν από έναν μεταλλικό ήχο, σαν να έσερνε βαριές αλυσίδες.
Ο φόβος άρχισε να κυριεύει τη συμμορία.
Η Άννα άρπαξε το βιβλίο και όλοι έτρεξαν προς την έξοδο.
Μόλις άνοιξαν την πόρτα, αντί για τον δρόμο αντίκρισαν ένα πυκνό δάσος βυθισμένο στην ομίχλη.
Πίσω τους ακούστηκε η ίδια βαθιά φωνή.
«Δεν υπάρχει δρόμος διαφυγής.»
Τα παιδιά έτρεχαν πανικόβλητα ανάμεσα στα δέντρα. Κάθε τόσο άκουγαν βήματα πίσω τους, αλλά όταν γύριζαν δεν έβλεπαν τίποτα.
Ξαφνικά, η μάγισσα εμφανίστηκε μπροστά τους.
Τα μακριά λευκά μαλλιά της ανέμιζαν χωρίς να φυσά αέρας και τα μάτια της έλαμπαν με ένα ψυχρό, ασημένιο φως.
«Το βιβλίο δεν σας ανήκει.»
Η Άννα έτρεμε.
«Δεν ξέραμε...»
«Οι πράξεις έχουν συνέπειες.»
Ο Σένφρτ εμφανίστηκε πίσω από τη μάγισσα σαν μια τεράστια σκιά που σκέπαζε το φως της πανσελήνου. Η παρουσία του και μόνο έκανε τα δέντρα να λυγίζουν και την ομίχλη να περιστρέφεται γύρω του.
Τα παιδιά κατάλαβαν ότι η αλαζονεία τους τα είχε οδηγήσει σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από ό,τι μπορούσαν να φανταστούν.
Η Άννα έπεσε στα γόνατα και ακούμπησε προσεκτικά το βιβλίο στο έδαφος.
«Συγγνώμη...»
Η μάγισσα πήρε το βιβλίο χωρίς να μιλήσει.
Έπειτα κοίταξε τα έξι παιδιά.
«Θυμηθείτε αυτή τη νύχτα. Η απληστία και η κλοπή μπορούν να σας οδηγήσουν σε δρόμους που δεν μπορείτε να ελέγξετε.»
Ο Σένφρτ χάθηκε μέσα στις σκιές όπως ακριβώς είχε εμφανιστεί.
Η ομίχλη διαλύθηκε.
Το δάσος έγινε ξανά ήσυχο.
Η συμμορία δεν έκλεψε ποτέ ξανά.
Κάθε φορά που ερχόταν πανσέληνος, όμως, η Άννα ορκιζόταν πως άκουγε ακόμη εκείνη τη βαθιά φωνή να αντηχεί μέσα στον άνεμο:
«Μερικά λάθη δεν ξεχνιούνται ποτέ.»

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου