Η Πρώτη Πανσέληνος του Καλοκαιριού

 




Το καλοκαίρι είχε μόλις αρχίσει και η πρώτη μεγάλη πανσέληνος ανέβηκε αργά πάνω από τα βουνά. Το ασημένιο φως της σκέπασε τα δέντρα, τα ποτάμια και τις κορυφές με μια ψυχρή λάμψη. Ο αέρας ήταν ακίνητος, τα πουλιά είχαν σταματήσει να τραγουδούν και ακόμη και τα έντομα έμοιαζαν να σωπαίνουν, σαν ολόκληρο το δάσος να περίμενε κάτι.

Οι παλιοί κάτοικοι του χωριού έλεγαν πως τέτοιες νύχτες κανείς δεν έπρεπε να μπαίνει βαθιά στο δάσος. Όχι επειδή υπήρχε κάποια αποδεδειγμένη απειλή, αλλά επειδή οι ιστορίες μιλούσαν για αρχαία πλάσματα που περιπλανιούνταν κάτω από το φως της πανσελήνου και για παράξενους ήχους που έκαναν ακόμη και τους πιο γενναίους να γυρίζουν πίσω.

Τρεις φίλοι, ο Άρης, η Ελένη και ο Νικόλας, αποφάσισαν να αγνοήσουν τις προειδοποιήσεις. Πίστευαν πως όλα ήταν παλιοί θρύλοι και τίποτα περισσότερο. Πήραν φακούς, σακίδια και ξεκίνησαν για μια νυχτερινή πεζοπορία.

Όσο προχωρούσαν, τα δέντρα γίνονταν όλο και πιο πυκνά. Το φως της πανσελήνου περνούσε ανάμεσα από τα κλαδιά σχηματίζοντας ασημένιες λωρίδες στο έδαφος. Ο αέρας έγινε πιο κρύος και μια βαριά ομίχλη άρχισε να απλώνεται ανάμεσα στους κορμούς.

Ξαφνικά ακούστηκε ένας μακρινός, βαθύς ήχος.

Ένα παρατεταμένο ουρλιαχτό.

Οι τρεις φίλοι σταμάτησαν.

Ύστερα ακούστηκε δεύτερο.

Και τρίτο.

Δεν έμοιαζαν με σκυλιά ούτε με λύκους. Ήταν δυνατότεροι, πιο βραχνοί και έκαναν το έδαφος να μοιάζει πως δονούνταν.

Ο Άρης χαμήλωσε τον φακό.

«Το άκουσες;»

Η Ελένη έγνεψε αργά χωρίς να μιλήσει.

Ξαφνικά ακούστηκαν βαριά βήματα να τρέχουν πάνω στα ξερά φύλλα. Κλαδιά έσπαζαν δεξιά και αριστερά, αλλά δεν φαινόταν τίποτα.

Οι τρεις έμειναν ακίνητοι.

Τότε, σε μια μικρή ξέφωτη πλαγιά, είδαν δύο τεράστιες σκοτεινές σιλουέτες να στέκονται αντικριστά.

Κανείς δεν τους πρόσεχε.

Τα δύο πλάσματα ύψωσαν τα κεφάλια προς την πανσέληνο και άφησαν δυνατές κραυγές που αντήχησαν σε ολόκληρο το δάσος.

Σύμφωνα με τον θρύλο του χωριού, κάθε πρώτη πανσέληνο του καλοκαιριού οι αρχηγοί δύο αγελών συναντιούνταν για μια τελετουργική μονομαχία. Η αναμέτρηση δεν γινόταν για ανθρώπους ή για θηράματα, αλλά για το ποια αγέλη θα θεωρούνταν κυρίαρχη της περιοχής μέχρι την επόμενη χρονιά.

Οι δύο αντίπαλοι άρχισαν να κινούνται κυκλικά ο ένας γύρω από τον άλλο. Το φως της πανσελήνου έκανε τις σκιές τους να μεγαλώνουν πάνω στο έδαφος, ενώ ο άνεμος δυνάμωνε και τα δέντρα λύγιζαν.

Οι κραυγές τους γέμισαν το δάσος.

Οι υπόλοιπες σκιές, κρυμμένες ανάμεσα στους κορμούς, παρακολουθούσαν σιωπηλές, σαν να περίμεναν το αποτέλεσμα.

Οι τρεις φίλοι κατάλαβαν πως δεν είχαν κανέναν λόγο να μείνουν εκεί. Χωρίς να κάνουν θόρυβο άρχισαν να απομακρύνονται αργά από το ξέφωτο.

Πίσω τους ακούστηκαν ξανά δυνατά ουρλιαχτά και ο ήχος από βαριά βήματα που αντηχούσαν σε όλη την κοιλάδα.

Μέχρι να φτάσουν στο χωριό, δεν αντάλλαξαν ούτε μία λέξη.

Το επόμενο πρωί επέστρεψαν στο ίδιο σημείο. Δεν υπήρχε κανένα ίχνος από τις σκιές που είχαν δει. Μόνο σπασμένα κλαδιά, βαθιές πατημασιές στο μαλακό χώμα και μια απόκοσμη σιωπή.

Από εκείνη τη νύχτα, κανείς από τους τρεις δεν ξαναμπήκε στο δάσος όταν είχε πανσέληνο.

Κάθε καλοκαίρι, όταν το μεγάλο φεγγάρι υψώνεται πάνω από τα βουνά, οι κάτοικοι κλείνουν τα παράθυρα, αποφεύγουν τα απομονωμένα μονοπάτια και αφήνουν το δάσος ήσυχο μέχρι να ξημερώσει, γιατί οι παλιοί θρύλοι λένε πως εκείνες τις νύχτες οι αρχαίες αγέλες εξακολουθούν να συναντιούνται για να αποφασίσουν ποια θα κυριαρχήσει στα σκοτεινά μονοπάτια μέχρι την επόμενη πανσέληνο.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

🩸 Ο Θρόνος της Ήττας των Αγγέλων (+18)

⚰️ Το Βιβλίο Του Θαμμένου Προφήτη

Η Κληρονομιά της Λησμονημένης Μάγισσας