Η Πρώτη Πανσέληνος του Καλοκαιριού
πρώτη πανσέληνος του καλοκαιριού ανέτειλε αργά πάνω από τα ατελείωτα δάση της Βόρειας Αμερικής. Το φεγγάρι έμοιαζε μεγαλύτερο από κάθε άλλη φορά, λούζοντας τις κορυφές των πεύκων με ένα παγωμένο ασημένιο φως. Ο άνεμος σταμάτησε, τα πουλιά σώπασαν και ακόμη και τα έντομα έπαψαν να ακούγονται, σαν ολόκληρη η φύση να περίμενε κάτι αρχαίο να ξυπνήσει.
Για αιώνες κυκλοφορούσαν θρύλοι ότι η πρώτη πανσέληνος του καλοκαιριού ήταν η σημαντικότερη νύχτα για τις αγέλες των λυκανθρώπων. Δεν ήταν μόνο μια εποχή κυνηγιού. Ήταν η περίοδος κατά την οποία οι αγέλες συγκεντρώνονταν, αναγνώριζαν νέα μέλη, υπερασπίζονταν τις περιοχές τους και ανανέωναν τους δεσμούς τους. Οι γηραιότεροι θυμούνταν ιστορίες από την Ευρώπη, όταν οι άνθρωποι πίστευαν ότι κάθε ουρλιαχτό μέσα στη νύχτα προμήνυε καταστροφή.
Πριν από πολλούς αιώνες, αρκετές αγέλες εγκατέλειψαν τα αρχαία δάση της Ευρώπης. Σύμφωνα με τον θρύλο της ιστορίας, οι συνεχείς διωγμοί, οι συγκρούσεις και ο φόβος των ανθρώπων τούς ανάγκασαν να αναζητήσουν νέα καταφύγια. Μεγάλα πλοία διέσχισαν τον ωκεανό μεταφέροντας ανθρώπους, αλλά μέσα στις σκιές ταξίδευαν και πλάσματα που κανείς δεν υποψιαζόταν.
Οι λυκάνθρωποι εγκαταστάθηκαν βαθιά μέσα στα απέραντα δάση της Αμερικής. Εκεί υπήρχαν αμέτρητα βουνά, φαράγγια και περιοχές που ελάχιστοι άνθρωποι επισκέπτονταν. Οι αγέλες μετακινούνταν συνεχώς. Δεν έμεναν ποτέ για πολύ στο ίδιο μέρος. Είχαν μάθει πως η επιβίωση εξαρτιόταν από την αφάνεια.
Τα χρόνια πέρασαν και δημιουργήθηκαν νέες ισορροπίες.
Στα ίδια δάση υπήρχαν και κοινότητες βρικολάκων που ζούσαν σε παλιές υπόγειες στοές, εγκαταλελειμμένα ορυχεία και πέτρινες κατακόμβες. Παλιότερα οι δύο πλευρές πολεμούσαν ασταμάτητα. Κάθε πανσέληνος γινόταν αφορμή για μάχες που κρατούσαν μέχρι την αυγή.
Όμως οι πόλεμοι κόστιζαν πάρα πολλά.
Έτσι, σύμφωνα με τον μύθο της ιστορίας, εμφανίστηκαν οι Magnus, μια ομάδα πανίσχυρων μάγων που δεν ανήκε ούτε στους λυκανθρώπους ούτε στους βρικόλακες. Οι αρχηγοί τους κάλεσαν τις δύο πλευρές σε μια μυστική συνάντηση κάτω από έναν γιγάντιο βράχο, όπου ήταν χαραγμένα αρχαία σύμβολα.
Εκεί συμφώνησαν ότι τα σύνορα των περιοχών τους θα γίνονταν σεβαστά.
Οι παλιοί πόλεμοι έπρεπε να τελειώσουν.
Οι Magnus ορκίστηκαν ότι θα επιτηρούν την ειρήνη και πως όποιος παραβιάσει τη συμφωνία θα αντιμετωπίσει τις συνέπειες.
Η συμφωνία αυτή κράτησε για πολλές δεκαετίες.
Οι άνθρωποι συνέχισαν να ζουν χωρίς να γνωρίζουν τίποτε.
Κάθε καλοκαίρι όμως χιλιάδες οικογένειες έστηναν σκηνές, άναβαν φωτιές και έκαναν πικνίκ δίπλα σε λίμνες και μέσα στα μεγάλα εθνικά πάρκα. Οι περισσότεροι πίστευαν πως το μόνο που έπρεπε να φοβούνται ήταν οι αρκούδες ή οι λύκοι.
Κανείς δεν γνώριζε τους παλιούς θρύλους.
Καθώς πλησίαζε η πανσέληνος, οι αρχηγοί των αγελών άρχισαν να συγκεντρώνουν τα μέλη τους. Από μακριά ακούγονταν ουρλιαχτά που απαντούσαν το ένα στο άλλο, ταξιδεύοντας πολλά χιλιόμετρα μέσα στη νύχτα.
Οι νεότεροι έπαιρναν οδηγίες.
«Δεν πλησιάζετε δρόμους.»
«Δεν αφήνετε ίχνη.»
«Δεν αποκαλύπτεστε στους ανθρώπους.»
Οι περιπολίες ξεκίνησαν.
Μέσα στα δάση υπήρχαν παλιοί πέτρινοι κύκλοι, εγκαταλελειμμένοι πύργοι και σπηλιές που χρησιμοποιούνταν εδώ και αιώνες ως σημεία συγκέντρωσης.
Την ίδια στιγμή, οι βρικόλακες παρακολουθούσαν από τις σκιές.
Οι Magnus περιφέρονταν αθόρυβα, ελέγχοντας αν τηρούνταν η συμφωνία.
Κανείς δεν επιθυμούσε έναν νέο πόλεμο.
Μια παρέα νεαρών κατασκηνωτών έφτασε σε μια απομονωμένη λίμνη λίγο πριν δύσει ο ήλιος. Γέλια, μουσική και φωτιές γέμισαν το ξέφωτο. Οι μεγαλύτεροι τούς είχαν συμβουλέψει να μη μείνουν ως αργά μέσα στο δάσος, όμως εκείνοι θεώρησαν πως ήταν απλώς παλιές δεισιδαιμονίες.
Όταν το φεγγάρι ανέβηκε ψηλά, το δάσος άλλαξε.
Οι σκιές έγιναν βαθύτερες.
Η ομίχλη απλώθηκε ανάμεσα στα δέντρα.
Κάπου μακριά ακούστηκε ένα ουρλιαχτό.
Μετά άλλο ένα.
Και ύστερα δεκάδες μαζί.
Οι νεαροί πάγωσαν.
Έσβησαν τη μουσική.
Άκουγαν μόνο τα φύλλα να κινούνται.
Κάτι περπατούσε γύρω από το ξέφωτο χωρίς να φαίνεται.
Δύο λαμπερά μάτια εμφανίστηκαν για μια στιγμή πίσω από έναν κορμό.
Έπειτα χάθηκαν.
Άλλες σκιές κινήθηκαν ανάμεσα στα δέντρα.
Όμως δεν επιτέθηκαν.
Ένας ηλικιωμένος λυκάνθρωπος στεκόταν στην άκρη του δάσους. Σήκωσε το χέρι του και η αγέλη σταμάτησε.
«Όχι απόψε», είπε με βαθιά φωνή.
«Η συμφωνία ισχύει ακόμη.»
Οι νεότεροι υπάκουσαν.
Στράφηκαν προς τα βαθύτερα σημεία του δάσους και εξαφανίστηκαν μέσα στη νύχτα.
Λίγο αργότερα εμφανίστηκε μια σκοτεινή φιγούρα με μακρύ μανδύα.
Ήταν ένας από τους Magnus.
Χάραξε με το ραβδί του ένα αχνό σύμβολο πάνω στο χώμα και κοίταξε προς το φεγγάρι.
«Η ειρήνη διατηρήθηκε άλλη μία φορά», ψιθύρισε.
Οι κατασκηνωτές δεν κατάλαβαν ποτέ τι είχε συμβεί. Το επόμενο πρωί βρήκαν γύρω από το στρατόπεδό τους δεκάδες τεράστια αποτυπώματα που σταματούσαν λίγα μέτρα πριν από τις σκηνές τους.
Κανείς δεν μπόρεσε να εξηγήσει από πού είχαν έρθει ούτε γιατί εξαφανίζονταν ξαφνικά.
Οι δασοφύλακες απέδωσαν τα ίχνη σε μεγάλα άγρια ζώα.
Οι επισκέπτες γύρισαν στις πόλεις τους πιστεύοντας πως έζησαν απλώς μια παράξενη νύχτα.
Όμως βαθιά μέσα στα δάση, εκεί όπου οι χάρτες τελειώνουν και η ομίχλη σκεπάζει τα πάντα, οι αγέλες συνέχισαν να μετακινούνται αθόρυβα από τόπο σε τόπο.
Οι βρικόλακες παρέμειναν στις υπόγειες κατοικίες τους.
Οι Magnus συνέχισαν να περιπολούν ανάμεσα στους δύο κόσμους, διατηρώντας μια εύθραυστη ισορροπία.
Και κάθε χρόνο, όταν πλησίαζε η πρώτη πανσέληνος του καλοκαιριού, ο άνεμος κουβαλούσε ξανά τα μακρινά ουρλιαχτά μέσα από τα δέντρα, θυμίζοντας ότι κάποιοι αρχαίοι θρύλοι δεν χάνονται ποτέ· απλώς περιμένουν τη νύχτα για να ξυπνήσουν.
.png)
.png)
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου