Η Νύχτα του Κόκκινου Δάσους
Βαθιά στα αχανή δάση του βορρά, εκεί όπου ο χειμώνας κρατούσε σχεδόν ολόκληρο τον χρόνο και ο ήλιος φαινόταν για λίγες μόνο ώρες, υπήρχε ένα πέτρινο σπίτι χαμένο ανάμεσα στα πανύψηλα έλατα. Οι κάτοικοι των κοντινών χωριών απέφευγαν την περιοχή. Κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει όταν έπεφτε το σκοτάδι, γιατί πίστευαν πως κάτι αρχαίο κατοικούσε εκεί.
Μέσα σε εκείνο το απομονωμένο σπίτι ζούσε μια οικογένεια βρικολάκων. Είχαν μάθει να ζουν κρυμμένοι από τους ανθρώπους, βγαίνοντας μόνο τις πιο σκοτεινές νύχτες. Δεν αναζητούσαν ταξιδιώτες ούτε κυνηγούσαν ανθρώπους. Το θήραμά τους ήταν τα άγρια ζώα του δάσους.
Μια παγωμένη νύχτα, ο αρχηγός της οικογένειας πήρε μαζί του τα μεγαλύτερα παιδιά και ξεκίνησαν για το κυνήγι. Το χιόνι έτριζε κάτω από τις μπότες τους, ενώ η παγωμένη ανάσα τους χανόταν σαν ομίχλη μέσα στον αέρα. Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο άνεμος που περνούσε ανάμεσα στα δέντρα.
Ύστερα από αρκετή ώρα, εντόπισαν ένα μεγάλο ελάφι να βόσκει σε ένα ξέφωτο. Κρύφτηκαν πίσω από τους κορμούς, περίμεναν υπομονετικά και, όταν παρουσιάστηκε η κατάλληλη στιγμή, το αιχμαλώτισαν γρήγορα. Το φόρτωσαν σε ένα ξύλινο έλκηθρο και πήραν τον δρόμο της επιστροφής.
Όταν έφτασαν στο πέτρινο σπίτι, άναψαν τα λυχνάρια και άρχισαν να προετοιμάζουν το κρέας για το οικογενειακό τους γεύμα. Τοποθέτησαν το θήραμα πάνω σε ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι, ετοίμασαν τα σκεύη τους και συγκέντρωσαν τα υγρά από την επεξεργασία του κρέατος σε μεταλλικά δοχεία, όπως έκαναν σε κάθε κυνήγι. Για εκείνους ήταν μια παλιά παράδοση που περνούσε από γενιά σε γενιά.
Στη συνέχεια, έκοψαν μεγάλες μερίδες από το κρέας και κάθισαν όλοι γύρω από το μακρύ τραπέζι της τραπεζαρίας. Το σπίτι ήταν σιωπηλό. Μόνο το τζάκι έτριζε και οι φλόγες φώτιζαν τα χλωμά πρόσωπά τους. Έξω, ο αέρας χτυπούσε τα παράθυρα και έκανε τα παλιά ξύλα να βογκούν.
Ξαφνικά, ακούστηκε ένας δυνατός χτύπος στην εξώπορτα.
Όλοι πάγωσαν.
Ο αρχηγός της οικογένειας σηκώθηκε αργά. Δεν περίμεναν ποτέ επισκέπτες.
Άνοιξε προσεκτικά την πόρτα.
Δεν υπήρχε κανείς.
Μόνο ένα μαύρο κοράκι καθόταν πάνω στην πέτρινη περίφραξη και τους κοιτούσε ακίνητο με τα σκοτεινά μάτια του. Στο ράμφος του κρατούσε ένα μικρό κομμάτι μαύρου υφάσματος, πάνω στο οποίο υπήρχε ένα παράξενο ασημένιο σύμβολο.
Ο γηραιότερος βρικόλακας χλόμιασε.
«Το σημάδι αυτό…» ψιθύρισε. «Δεν είναι ανθρώπινο.»
Το κοράκι άφησε το ύφασμα να πέσει στο χιόνι και πέταξε μέσα στη νύχτα.
Την ίδια στιγμή, από το βάθος του δάσους ακούστηκε ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό που δεν έμοιαζε ούτε με λύκο ούτε με κάποιο γνωστό ζώο.
Οι φλόγες του τζακιού χαμήλωσαν απότομα.
Οι σκιές στους τοίχους άρχισαν να κινούνται σαν να είχαν αποκτήσει δική τους ζωή.
Η οικογένεια κατάλαβε πως εκείνη τη νύχτα δεν ήταν οι κυνηγοί.
Κάτι πολύ αρχαιότερο είχε μόλις αρχίσει να τους κυνηγά.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου