Ο Ψίθυρος Μέσα στο Σκοτάδι
Η νύχτα είχε πέσει βαριά πάνω από το παλιό πέτρινο σπίτι στο χωριό.
Ο άνεμος χτυπούσε τα παράθυρα και τα δέντρα έξω έτριζαν σαν να ψιθύριζαν κάτι αρχαίο.
Μέσα στο δωμάτιο βρισκόταν η Ελένη, δεμένη πάνω στο κρεβάτι.
Το σώμα της έτρεμε.
Τα μάτια της… δεν ήταν πια ανθρώπινα.
Είχαν γίνει μαύρα σαν άβυσσος.
Οι γονείς της είχαν καλέσει έναν ιερέα.
Τον πατέρα Νικόλαο.
Ήταν γνωστός ότι είχε αντιμετωπίσει περίεργες υποθέσεις στο παρελθόν.
Ο ιερέας μπήκε στο δωμάτιο κρατώντας:
ένα παλιό βιβλίο εξορκισμών
έναν σταυρό
και ένα μικρό δοχείο με αγιασμό
Το δωμάτιο μύριζε υγρασία και κάτι παράξενο… σαν καμένο θυμίαμα.
Η Ελένη σήκωσε αργά το κεφάλι της.
Χαμογέλασε.
Αλλά το χαμόγελο δεν ήταν δικό της.
«Ήρθες… ιερέα…»
είπε με φωνή βαθιά, διπλή, σαν να μιλούσαν δύο στόματα ταυτόχρονα.
Ο πατέρας Νικόλαος άνοιξε το βιβλίο.
Τα παλιά φύλλα έτριξαν.
Άρχισε να διαβάζει δυνατά.
«Στο όνομα του Κυρίου, σε διατάζω να φύγεις από αυτό το σώμα…»
Η Ελένη τινάχτηκε.
Τα δεμένα χέρια της σφίχτηκαν τόσο δυνατά που οι φλέβες φούσκωσαν.
Ξαφνικά άρχισε να μιλά.
Αλλά όχι ελληνικά.
Όχι καμία γνωστή γλώσσα.
Ήταν μια αρχαία, άγνωστη φωνή.
«Zarath… velkor… naxir…»
Τα παράθυρα άνοιξαν μόνα τους.
Ο αέρας γέμισε το δωμάτιο.
Το φως τρεμόπαιξε.
Ο ιερέας σήκωσε τον σταυρό.
«Φύγε από αυτήν!»
Ράντισε αγιασμό πάνω της.
Η Ελένη ούρλιαξε.
Η φωνή της έγινε παραμορφωμένη.
«ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΣΕΝΑ!»
Τα μάτια της γύρισαν τελείως μαύρα.
Το σώμα της σηκώθηκε από το κρεβάτι για μια στιγμή… σαν να μην την κρατούσε η βαρύτητα.
Ο πατέρας Νικόλαος συνέχισε να διαβάζει από το βιβλίο.
Η φωνή του έγινε πιο δυνατή.
«Στο όνομα του Θεού, σε διατάζω — εγκατάλειψε αυτό το παιδί!»
Η Ελένη άρχισε να τρέμει.
Το δωμάτιο γέμισε με έναν ήχο σαν βαθύ γρύλισμα.
Και τότε…
Από το στόμα της βγήκε μια μαύρη κραυγή.
Ένα παγωμένο ρεύμα αέρα πέρασε από το δωμάτιο.
Τα φώτα έσβησαν.
Για λίγα δευτερόλεπτα υπήρχε μόνο σιωπή.
Όταν το φως επέστρεψε…
Η Ελένη είχε πέσει στο κρεβάτι.
Τα μάτια της ήταν πάλι κανονικά.
Αναπνοή αργή.
Αδύναμη.
Ο ιερέας έκλεισε το βιβλίο.
Αλλά δεν χαμογέλασε.
Γιατί καθώς έφευγε από το δωμάτιο…
Άκουσε έναν ψίθυρο πίσω του.
Από το σκοτάδι.
«Θα ξαναγυρίσω…»
Και τα κεριά έσβησαν μόνα τους.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου