Η Νύχτα της Δέκατης Τρίτης Σφραγίδας
🌑 Παρασκευή και 13 — Η Νύχτα που Άνοιξε το Σκοτάδι
Ήταν Παρασκευή και 13.
Η ημερομηνία που οι παλιοί ψιθύριζαν μόνο χαμηλόφωνα.
Κανείς δεν ήξερε γιατί, αλλά εκείνη τη μέρα ο ουρανός σκοτείνιασε πριν καν πέσει το βράδυ. Τα πουλιά σώπασαν. Τα σκυλιά ούρλιαζαν προς το δάσος σαν να έβλεπαν κάτι που οι άνθρωποι δεν μπορούσαν.
Στις 23:13 ακριβώς, το ρεύμα κόπηκε σε όλη την πόλη.
Σιωπή.
Ένα σκοτάδι τόσο πυκνό που έμοιαζε σχεδόν… ζωντανό.
Ο Νικόλας περπατούσε μόνος στον δρόμο όταν άκουσε έναν ψίθυρο πίσω του.
«Δεν έπρεπε να βγεις απόψε…»
Γύρισε.
Κανείς.
Όμως τα φώτα των σπιτιών άρχισαν να τρεμοπαίζουν και μέσα από τα παράθυρα φαινόταν κάτι παράξενο. Σκιές που δεν ανήκαν σε ανθρώπους.
Σαν να κινούνταν μόνες τους.
Τότε ο αέρας πάγωσε.
Από το σκοτάδι του δρόμου άρχισε να σχηματίζεται μια φιγούρα. Πρώτα μάτια — δυο βαθιές κόκκινες σπίθες. Μετά ένα χαμόγελο που δεν έμοιαζε ανθρώπινο.
Η φωνή της ακούστηκε σαν να ερχόταν από πολλές κατευθύνσεις μαζί.
«Οι άνθρωποι πάντα ξεχνούν… γιατί φοβούνται την Παρασκευή και 13.»
Στο βάθος της πόλης άρχισαν να ακούγονται ουρλιαχτά.
Πόρτες άνοιγαν μόνες τους.
Σκιές περνούσαν μέσα από τοίχους.
Κάποιοι άνθρωποι έλεγαν ότι ένιωθαν κάτι να τους κοιτά από μέσα στο ίδιο τους το μυαλό.
Σαν να είχε ανοίξει μια ρωγμή ανάμεσα στον κόσμο των ανθρώπων και στο σκοτάδι.
Ο Νικόλας προσπάθησε να τρέξει.
Αλλά το πλάσμα είχε ήδη φτάσει δίπλα του.
Έσκυψε στο αυτί του και ψιθύρισε:
«Δεν ερχόμαστε από κάπου…
Ήμασταν πάντα εδώ.»
Και τότε ο ουρανός σκίστηκε από έναν ήχο σαν χιλιάδες ψυχές να ουρλιάζουν μαζί.
Εκείνη τη νύχτα, κανείς δεν κατάλαβε από πού ήρθε το κακό.
Το μόνο που κατάλαβαν όλοι…
ήταν ότι η Παρασκευή και 13 δεν είναι απλώς μια δεισιδαιμονία.
Είναι μια πόρτα.
Και μερικές φορές…
ανοίγει.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου