Το Χωριό που Δεν Έπρεπε να Ξυπνήσει



Κανείς δεν πλησίαζε το χωριό Μαύρη Κοιλάδα μετά τη δύση του ήλιου.

Οι παλιοί έλεγαν πως κάτι είχε θαφτεί κάτω από το έδαφος.
Κάτι που δεν ήταν άνθρωπος.

Πριν εκατό χρόνια, οι κάτοικοι του χωριού είχαν κάνει ένα λάθος.

Ένα σκοτεινό τελετουργικό.

Ήθελαν δύναμη.
Ήθελαν πλούτο.
Ήθελαν να κυβερνήσουν τη γη γύρω τους.

Και τότε… άνοιξαν μια πόρτα που δεν έπρεπε ποτέ να ανοίξει.

Κάλεσαν μια οντότητα από το σκοτάδι.

Αλλά η συμφωνία δεν πήγε όπως περίμεναν.

Η οντότητα δεν ζήτησε χρυσό.
Δεν ζήτησε θυσίες.

Ζήτησε κάτι πολύ χειρότερο.

Να ζει μέσα στο χωριό.

Να κοιμάται κάτω από τα σπίτια.

Να ακούει τις σκέψεις των ανθρώπων.

Και κάθε εκατό χρόνια…
να παίρνει αυτό που της ανήκει.


Ένα βράδυ, ένας νεαρός ταξιδιώτης πέρασε από εκεί.

Το όνομά του ήταν Άρης.

Το GPS του είχε χαλάσει και το αυτοκίνητό του σταμάτησε στην άκρη του δρόμου.

Το χωριό φαινόταν εγκαταλελειμμένο.

Παράθυρα σπασμένα.
Πόρτες μισάνοιχτες.
Ένα καμπαναριό που έτριζε στον άνεμο.

Αλλά υπήρχε κάτι περίεργο.

Τα φώτα σε μερικά σπίτια ήταν αναμμένα.

Ο Άρης μπήκε μέσα στο χωριό.

Και τότε κατάλαβε.

Δεν υπήρχαν άνθρωποι.

Μόνο σκιές.

Σκιές που κινούνταν πίσω από τα παράθυρα.

Σκιές που περπατούσαν στους δρόμους χωρίς σώμα.

Και από κάτω…

η γη άρχισε να πάλλεται.

Σαν κάτι τεράστιο να αναπνέει.

Ο Άρης γύρισε να φύγει.

Αλλά ήταν αργά.

Από το καμπαναριό ακούστηκε μια βαριά καμπάνα.

Μία φορά.

Δύο φορές.

Τρεις.

Και τότε…

οι σκιές βγήκαν από τα σπίτια.

Δεν είχαν πρόσωπα.
Δεν είχαν μάτια.

Μόνο ένα ψίθυρο που επαναλάμβανε την ίδια φράση:

«Ξύπνησε…»

Το έδαφος άνοιξε στη μέση της πλατείας.

Και κάτι τεράστιο άρχισε να ανεβαίνει από κάτω.

Όχι σώμα.

Όχι πλάσμα.

Μια μάζα σκοταδιού που κινούνταν σαν ζωντανός καπνός.

Οι σκιές γονάτισαν.

Και ο ψίθυρος έγινε κραυγή.

«Ήρθε η ώρα…»

Ο Άρης ένιωσε κάτι να μπαίνει μέσα στο μυαλό του.

Σαν χιλιάδες φωνές να μιλούσαν ταυτόχρονα.

Και τότε κατάλαβε την αλήθεια.

Το χωριό δεν ήταν εγκαταλελειμμένο.

Οι άνθρωποι ήταν ακόμη εκεί.

Αλλά δεν ήταν πια άνθρωποι.

Ήταν το σώμα της οντότητας.

Και τώρα…

χρειαζόταν έναν νέο ξενιστή.

Η τελευταία σκέψη του Άρη πριν χαθεί μέσα στο σκοτάδι ήταν μία:

Το χωριό δεν έπρεπε ποτέ να ξυπνήσει.



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

🌑 Η Μάγισσα που Δεν Πέθανε Ποτέ

Η Δίψα της Νύχτας

Το Βιβλίο των Ξεχασμένων Συμβόλων