Ο Δαίμονας Φον – Ο Κυνηγός των Ψυχών

 



Μετά τα μεσάνυχτα, όταν ο κόσμος σωπαίνει και το σκοτάδι γίνεται πιο πυκνό από ποτέ, κάτι αρχίζει να κινείται ανάμεσα στις σκιές. Δεν είναι άνθρωπος. Δεν είναι ζώο. Είναι κάτι αρχαίο… κάτι που δεν συγχωρεί.

Το όνομά του είναι Φον.

Στη γλώσσα των νεκρών, “Φον” σημαίνει φόνος. Και δεν είναι απλώς ένα όνομα — είναι ο σκοπός του.

Ο Φον δεν κυνηγά αθώους. Δεν ενδιαφέρεται για τους απλούς ανθρώπους. Κυνηγά εκείνους που έκαναν τη χειρότερη συμφωνία… εκείνους που πούλησαν την ψυχή τους. Σε δαίμονες. Στον διάβολο. Σε ό,τι κι αν κατοικεί κάτω από τη γη.

Και όταν έρθει η ώρα να πληρώσουν…

έρχεται αυτός.


Η ιστορία ξεκινά σε ένα παλιό χωριό, ξεχασμένο από τον χρόνο. Τα σπίτια μισογκρεμισμένα, οι δρόμοι άδειοι. Όμως εκείνο το βράδυ, κάτι άλλαξε.

Το ρολόι χτύπησε 12.

Και ο αέρας πάγωσε.

Μια βαριά ανάσα ακούστηκε μέσα από το δάσος. Στην αρχή, χαμηλή. Μετά πιο έντονη. Και τότε… ακούστηκαν γαβγίσματα.

Όχι φυσιολογικά.

Ήταν βαθιά, βραχνά, γεμάτα μίσος. Τα σκυλιά του Φον είχαν βγει για κυνήγι.

Τα μάτια τους έλαμπαν κόκκινα μέσα στο σκοτάδι. Το δέρμα τους σκισμένο, σαν να είχαν επιστρέψει από την ίδια την κόλαση. Και πίσω τους… περπατούσε εκείνος.

Ψηλός. Σχεδόν ανθρώπινος.

Αλλά όχι άνθρωπος.

Το σώμα του καλυμμένο με μαύρες ρωγμές, σαν να είχε καεί από μέσα. Τα μάτια του… κενά. Δεν είχαν ψυχή. Μόνο σκοτάδι.

Ο Φον μύριζε την αμαρτία.


Στο ίδιο χωριό, ένας άντρας έτρεμε μέσα στο σπίτι του. Το όνομά του ήταν Μάρκος.

Χρόνια πριν, είχε κάνει μια συμφωνία. Για πλούτη. Για δύναμη. Για ζωή χωρίς όρια.

Και τα πήρε όλα.

Μέχρι που ήρθε η νύχτα της πληρωμής.

Το φως άρχισε να τρεμοπαίζει. Ο αέρας έγινε βαρύς. Και τότε…

ΧΤΥΠΗΜΑ.

Κάποιος ήταν έξω.

Ο Μάρκος πλησίασε την πόρτα με κομμένη ανάσα.

Ξανά.

ΧΤΥΠΗΜΑ.

Και μαζί… ένα γρύλισμα.

Δεν άντεξε. Άνοιξε ελάχιστα.

Λάθος.

Ένα μαύρο χέρι άρπαξε την πόρτα και την άνοιξε διάπλατα. Τα σκυλιά όρμησαν μέσα, ουρλιάζοντας. Ο Μάρκος έπεσε στο πάτωμα, ουρλιάζοντας κι αυτός.

Και τότε… μπήκε ο Φον.

Δεν μίλησε.

Δεν χρειάστηκε.

Στάθηκε από πάνω του και τον κοίταξε.

Και για μια στιγμή… ο Μάρκος κατάλαβε.

Δεν υπήρχε σωτηρία. Δεν υπήρχε διαφυγή.

Μόνο πληρωμή.


Ο Φον άπλωσε το χέρι του και άγγιξε το στήθος του.

Ουρλιαχτό.

Όχι από πόνο…

Από κάτι χειρότερο.

Η ψυχή του Μάρκου άρχισε να βγαίνει. Σαν καπνός. Σαν ζωντανή σκιά που πάλευε να ξεφύγει.

Αλλά δεν μπορούσε.

Ο Φον την άρπαξε.

Και την κατάπιε.

Τα σκυλιά σώπασαν.

Η δουλειά είχε τελειώσει.


Λένε πως κάθε νύχτα, μετά τις 12, ο Φον περπατά ακόμα.

Δεν κάνει λάθη.

Δεν ξεχνά.

Και αν έχεις κάνει συμφωνία…

θα έρθει.

Και όταν ακούσεις τα σκυλιά…

είναι ήδη πολύ αργά.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

🌑 Η Μάγισσα που Δεν Πέθανε Ποτέ

Η Δίψα της Νύχτας

Το Βιβλίο των Ξεχασμένων Συμβόλων