Ο Κυνηγός των Πεσμένων Ουρανών



Η νύχτα δεν έπεφτε πια απαλά. Δεν ερχόταν σαν ξεκούραση, αλλά σαν κατάρα.

Όταν ο ήλιος βυθιζόταν πίσω από τον ορίζοντα, το φως δεν χανόταν απλώς—σχιζόταν. Και μέσα από εκείνες τις ρωγμές του σκότους, κάτι περνούσε.

Κάτι ζωντανό.

Κάτι που δεν ανήκε εδώ.

Κανείς δεν ήξερε το όνομά του. Οι άνθρωποι απλά το ένιωθαν. Στα τρεμάμενα φώτα των δρόμων. Στις σκιές που κινούνταν χωρίς σώμα. Στους ψιθύρους που δεν είχαν στόμα.

Αλλά υπήρχε κάποιος που ήξερε.

Ένας κυνηγός.

Όχι άνθρωπος.

Ούτε δαίμονας.

Ήταν άγγελος.


Κατέβηκε στη γη χωρίς φτερά. Του τα είχαν πάρει. Όχι σαν τιμωρία—αλλά σαν όπλο.

Για να μην διστάσει.

Για να μην γυρίσει πίσω.

Το όνομά του είχε ξεχαστεί ακόμα και από τον ίδιο. Τον φώναζαν απλά: Ο Κυνηγός.

Τα μάτια του δεν αντανακλούσαν φως. Τα κατάπιναν. Στο δέρμα του υπήρχαν χαραγμένα σύμβολα παλαιότερα από τον κόσμο. Κάθε σύμβολο—μια εντολή. Κάθε εντολή—ένας θάνατος.

Και απόψε… είχε τέσσερις.


Το κορίτσι έτρεχε.

Τα πόδια της μάτωναν πάνω στην άσφαλτο, αλλά δεν σταματούσε. Η ανάσα της έβγαινε κομμένη, σαν να της την έκλεβε κάτι από μέσα.

Δεν ήταν μόνη.

Πίσω της, τέσσερις μορφές γλιστρούσαν στο σκοτάδι.

Δεν περπατούσαν. Δεν έτρεχαν.

Υπήρχαν.

Οι δαιμόνισσες.

Σώματα παραμορφωμένα, αλλά με πρόσωπα σχεδόν ανθρώπινα—μόνο που χαμογελούσαν πολύ… πολύ περισσότερο απ’ όσο έπρεπε. Τα μάτια τους ήταν μαύρα, χωρίς κόρη, σαν τρύπες που οδηγούσαν κάπου βαθύτερα από την κόλαση.

Τις είχε στείλει ένας μάγος.

Ένας άνθρωπος.

Και αυτό τις έκανε ακόμα πιο επικίνδυνες.


Το πρώτο ουρλιαχτό έσκισε τη νύχτα.

Η πιο κοντινή δαιμόνισσα όρμησε. Τα νύχια της μεγάλωσαν σαν λεπίδες, έτοιμα να σκίσουν τη σάρκα του κοριτσιού.

Αλλά δεν την άγγιξαν ποτέ.

Ένα χέρι εμφανίστηκε από το σκοτάδι.

Την άρπαξε από το πρόσωπο.

Και… τη σταμάτησε.

Ο Κυνηγός.

Χωρίς λέξη. Χωρίς δισταγμό.

Τα δάχτυλά του βυθίστηκαν στο κρανίο της σαν να ήταν υγρό. Το σώμα της δαιμόνισσας άρχισε να τρέμει, να διαλύεται από μέσα προς τα έξω.

Δεν υπήρξε αίμα.

Μόνο σιωπή.

Και μετά—τίποτα.


Οι άλλες τρεις σταμάτησαν.

Για πρώτη φορά… ένιωσαν φόβο.

Ο Κυνηγός σήκωσε το βλέμμα του. Σκοτεινό. Άδειο. Αναπόφευκτο.

«Δεν ανήκετε εδώ.»

Η φωνή του δεν ήταν ανθρώπινη. Ήταν σαν πολλοί ψίθυροι μαζί. Σαν προσευχές που πέθαναν πριν ειπωθούν.

Η δεύτερη επιτέθηκε ουρλιάζοντας.

Αυτή τη φορά, ο Κυνηγός κινήθηκε.

Το σώμα του εξαφανίστηκε και εμφανίστηκε πίσω της. Το χέρι του πέρασε μέσα από την πλάτη της και βγήκε από το στήθος της, κρατώντας κάτι που δεν φαινόταν.

Την ψυχή της.

Την έσφιξε.

Και την έσβησε.


Οι άλλες δύο προσπάθησαν να φύγουν.

Αλλά το σκοτάδι δεν ήταν πια δικό τους.

Ήταν δικό του.

Οι σκιές γύρω τους έκλεισαν σαν κλουβί. Τα σώματά τους άρχισαν να λιώνουν, να στρίβουν, να παραμορφώνονται καθώς ο ίδιος ο χώρος τις κατάπινε.

Ο Κυνηγός δεν τις άγγιξε καν.

Δεν χρειαζόταν.


Ησυχία.

Το κορίτσι είχε πέσει στα γόνατα, τρέμοντας. Δεν έκλαιγε. Δεν μπορούσε.

Τον κοίταξε.

«Τι… είσαι;»

Ο Κυνηγός στάθηκε ακίνητος.

Για μια στιγμή, κάτι ανθρώπινο πέρασε από μέσα του. Κάτι ξεχασμένο.

Ίσως λύπη.

Ίσως μνήμη.

«Αυτό που μένει… όταν το φως αποτυγχάνει.»


Και μετά… εξαφανίστηκε.

Γιατί η νύχτα δεν είχε τελειώσει.

Και κάπου αλλού…

Κάποιος άλλος είχε ήδη καλέσει το σκοτάδι.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

🌑 Η Μάγισσα που Δεν Πέθανε Ποτέ

Η Δίψα της Νύχτας

Το Βιβλίο των Ξεχασμένων Συμβόλων