Η Δίψα της Νύχτας
Η νύχτα είχε απλωθεί πάνω από την πόλη σαν μαύρο πέπλο.
Το φεγγάρι κρυβόταν πίσω από βαριά σύννεφα και τα φώτα των δρόμων έτρεμαν μέσα στην υγρασία. Η βροχή είχε μόλις σταματήσει και η άσφαλτος γυάλιζε σαν καθρέφτης.
Σε ένα παλιό μπαρ, σε έναν στενό δρόμο, η μουσική έπαιζε χαμηλά. Ο καπνός από τα ποτά και τα τσιγάρα γέμιζε τον αέρα.
Σε ένα τραπέζι καθόταν η Άννα με τη φίλη της, τη Λένα.
Γελούσαν, έπιναν κοκτέιλ και μιλούσαν για τη δουλειά και τα όνειρά τους. Δεν ήξεραν όμως ότι κάποιος τις παρακολουθούσε.
Στη γωνία του μπαρ καθόταν ένας άντρας ντυμένος με μαύρο παλτό.
Το πρόσωπό του ήταν χλωμό, σχεδόν άσπρο σαν μάρμαρο. Τα μάτια του σκοτεινά, βαθιά, σαν να έκρυβαν αιώνες μυστικών.
Το όνομά του ήταν Adrian.
Κανείς μέσα στο μπαρ δεν ήξερε ότι ο Adrian δεν ήταν άνθρωπος.
Ήταν βρικόλακας. Ζούσε εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Και απόψε… πεινούσε.
Τα μάτια του σταμάτησαν πάνω στην Άννα.
Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Το αίμα της κυλούσε ζεστό μέσα στις φλέβες της. Για τον Adrian αυτός ο ήχος ήταν σαν μουσική.
Σηκώθηκε αργά και περπάτησε προς το τραπέζι τους.
«Μπορώ να καθίσω;» ρώτησε με ήρεμη φωνή.
Η Άννα τον κοίταξε.
Τα μάτια του είχαν κάτι παράξενο. Κάτι που την έκανε να μην μπορεί να κοιτάξει αλλού.
Η Λένα σηκώθηκε για λίγο να πάει στο μπαρ να πάρει άλλο ποτό.
Τότε συνέβη.
Ο Adrian κοίταξε βαθιά στα μάτια της Άννας.
Τα μάτια του άρχισαν να λάμπουν αμυδρά.
Η φωνή του έγινε χαμηλή και αργή.
«Κοίταξέ με… μόνο εμένα…»
Η Άννα ένιωσε το μυαλό της να βαραίνει.
Σαν να βυθιζόταν σε όνειρο.
Δεν μπορούσε να αντισταθεί.
Ο Adrian χαμογέλασε ελαφρά.
«Έλα μαζί μου… για λίγο αέρα.»
Η Άννα σηκώθηκε χωρίς να πει λέξη.
Βγήκαν έξω από το μπαρ. Ο δρόμος ήταν σχεδόν άδειος. Μόνο το φως μιας λάμπας τρεμόπαιζε.
Περπάτησαν σε ένα σκοτεινό στενό.
Η Άννα στεκόταν ακίνητη μπροστά του, ακόμα υπό την επίδραση της ύπνωσης.
Ο Adrian πλησίασε αργά.
Η μυρωδιά του αίματος της τον έκανε να τρέμει από δίψα.
Τα δόντια του μεγάλωσαν.
Δύο κοφτεροί κυνόδοντες φάνηκαν στο φως.
Έσκυψε κοντά στον λαιμό της.
Για μια στιγμή… δίστασε.
Μετά βύθισε τα δόντια του στο δέρμα της.
Η Άννα ένιωσε ένα δυνατό τσίμπημα και μετά μια παράξενη ζεστασιά.
Ο Adrian έπινε αργά το αίμα της.
Κάθε σταγόνα τον γέμιζε δύναμη.
Οι παλμοί της καρδιάς της γίνονταν πιο αργοί.
Όμως ο Adrian δεν την άφησε να πεθάνει.
Σταμάτησε πριν να είναι αργά.
Σκούπισε το αίμα από τα χείλη του.
Κοίταξε την Άννα που ήταν ζαλισμένη αλλά ζωντανή.
Αυτό ήταν το παιχνίδι του.
Άφηνε τα θύματα ζωντανά.
Για να επιστρέψει ξανά… και ξανά… για το αίμα τους.
Έσκυψε και ψιθύρισε στο αυτί της:
«Θα με ξεχάσεις… μέχρι την επόμενη φορά.»
Τα μάτια της έκλεισαν για λίγο.
Όταν τα άνοιξε, στεκόταν μόνη στο στενό.
Δεν θυμόταν τίποτα.
Μόνο μια μικρή πληγή στον λαιμό της.
Και κάπου μέσα στη νύχτα…
ο Adrian περπατούσε ήδη προς το επόμενο θύμα.
Η δίψα του δεν τελείωνε ποτέ.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου