Η Νύχτα των Λυκανθρώπων
Το χωριό Σκοτεινόρεμα βυθιζόταν κάθε βράδυ σε μια παράξενη σιωπή.
Κανείς δεν έβγαινε μετά τα μεσάνυχτα.
Οι πόρτες κλείδωναν.
Τα παράθυρα σφραγίζονταν.
Γιατί όλοι γνώριζαν τι ερχόταν όταν το φεγγάρι γινόταν κόκκινο.
Στο δάσος γύρω από το χωριό ζούσε μια αγέλη λυκανθρώπων.
Όχι απλά τέρατα.
Ήταν κάποτε άνθρωποι.
Τώρα όμως πεινούσαν μόνο για ανθρώπινη σάρκα.
Εκείνη τη νύχτα το φεγγάρι ανέβηκε αργά στον ουρανό.
Ένας βαθύς ουρλιαχτός ακούστηκε μέσα από τα δέντρα.
Ένας.
Μετά δύο.
Μετά δέκα.
Οι λυκάνθρωποι είχαν ξυπνήσει.
Τα σώματά τους ήταν τεράστια.
Μυώδη.
Καλυμμένα με σκοτεινή γούνα.
Τα μάτια τους έλαμπαν κίτρινα μέσα στο σκοτάδι.
Η όσφρησή τους μύριζε τον φόβο.
Και απόψε η μυρωδιά των ανθρώπων ήταν παντού.
Στην άκρη του χωριού ένας άντρας περπατούσε βιαστικά.
Δεν είχε ακούσει τις ιστορίες.
Δεν πίστευε στους θρύλους.
Μέχρι που άκουσε το πρώτο γρύλισμα πίσω του.
Σταμάτησε.
Αργά γύρισε το κεφάλι.
Δύο μάτια τον κοιτούσαν μέσα από το σκοτάδι.
Μετά άλλα τέσσερα.
Και άλλα.
Η αγέλη είχε ήδη κυκλώσει το θήραμα.
Ο αρχηγός των λυκανθρώπων προχώρησε μπροστά.
Ήταν τεράστιος.
Πιο ψηλός από άνθρωπο.
Άνοιξε το στόμα του και έδειξε τα δόντια του.
Κοφτερά σαν μαχαίρια.
Οι υπόλοιποι άρχισαν να πλησιάζουν αργά.
Για αυτούς το κυνήγι ήταν τελετουργία.
Πρώτα τρόμος.
Μετά το κυνήγι.
Και τέλος… το γεύμα.
Ο άντρας έτρεξε.
Μέσα στο σκοτάδι.
Ανάμεσα στα δέντρα.
Αλλά οι λυκάνθρωποι ήταν πιο γρήγοροι.
Τον άκουγαν να αναπνέει.
Άκουγαν την καρδιά του να χτυπά.
Ένας πήδηξε μπροστά του.
Άλλος πίσω.
Ο αρχηγός πλησίασε.
Και τότε η νύχτα γέμισε ουρλιαχτά.
Το επόμενο πρωί το χωριό βρήκε μόνο ίχνη.
Πατημασιές τεράστιων λύκων.
Και αίμα στο χώμα.
Οι γέροντες του χωριού κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.
Ήξεραν την αλήθεια.
Οι λυκάνθρωποι είχαν επιστρέψει.
Και η αγέλη μεγάλωνε.
Γιατί κάθε άνθρωπος που πέφτει στο κυνήγι τους…
μερικές φορές
επιστρέφει
σαν ένας από αυτούς.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου