το μάτι που βλέπει τους νεκρούς
κανείς στο πρώτο χωριό δεν θυμόταν πότε εμφανίστηκε, μόνο ότι ήρθε ένα βράδυ χωρίς άνεμο, τότε που τα σκυλιά δεν γάβγιζαν και τα δέντρα έμεναν ακίνητα σαν να κρατούσαν την αναπνοή τους, και στεκόταν στην άκρη του δρόμου με μια κουκούλα που έκρυβε το πρόσωπό της εκτός από το ένα της μάτι, ένα μάτι σκοτεινό και βαθύ, που δεν έμοιαζε να ανήκει στον κόσμο των ζωντανών αλλά να κοιτάζει ταυτόχρονα και κάτι πίσω από αυτόν, κάτι που δεν έπρεπε να φαίνεται
το άλλο της μάτι είχε χαθεί χρόνια πριν, όχι σε μάχη ούτε σε αρρώστια αλλά σε συμφωνία, γιατί το είχε δώσει στον σατανά για να πάρει πίσω κάτι πιο ισχυρό, ένα βλέμμα που δεν σταματούσε στο δέρμα και στα οστά αλλά περνούσε μέσα από αυτά και έβλεπε τις σκιές που ακολουθούν κάθε άνθρωπο, τους νεκρούς που δεν έφυγαν ποτέ, τις φωνές που έμειναν παγιδευμένες ανάμεσα σε ανάσες και σιωπές
έτσι ήξερε τα πάντα χωρίς να έχει γνωρίσει κανέναν, έμπαινε στα σπίτια και καθόταν απέναντι από ανθρώπους που την κοιτούσαν με φόβο και ανάγκη και τους μιλούσε για πατέρες που είχαν πεθάνει, για παιδιά που χάθηκαν, για μυστικά που δεν είχαν ειπωθεί ποτέ, και κάθε λέξη της έπεφτε βαριά σαν πέτρα γιατί ήταν αληθινή, και αυτοί πλήρωναν χωρίς να διαπραγματεύονται, γιατί δεν πλήρωναν για ψέματα αλλά για την αλήθεια που δεν άντεχαν να κουβαλούν μόνοι τους
όμως δεν έδινε τίποτα χωρίς αντάλλαγμα, γιατί η συμφωνία της δεν της επέτρεπε να προσφέρει χωρίς να παίρνει, κάθε θεραπεία, κάθε λύση, κάθε βοήθεια είχε κόστος που δεν φαινόταν αμέσως, κάποιοι έχαναν τον ύπνο τους και άκουγαν ψιθύρους, άλλοι ξεχνούσαν πρόσωπα που αγαπούσαν, και κάποιοι ένιωθαν ένα κενό μέσα τους που μεγάλωνε αργά, σαν κάτι να είχε αφαιρεθεί και να μην μπορούσε να επιστραφεί ποτέ
στο δάσος όπου ζούσε, το σπίτι της ήταν κρυμμένο ανάμεσα σε δέντρα που έμοιαζαν να έχουν μάτια και να την παρακολουθούν, οι τοίχοι του ήταν γεμάτοι με αποκρυφικά γράμματα και ρούνους χαραγμένους με αίμα και καπνό, σύμβολα που δεν ανήκαν σε καμία γνωστή γλώσσα αλλά μιλούσαν απευθείας σε αυτό που φοβούνται οι άνθρωποι όταν κλείνουν τα μάτια τους, και στο κέντρο του χώρου υπήρχε ένα τραπέζι πέτρινο, γεμάτο σημάδια από τελετές που είχαν επαναληφθεί τόσες φορές που είχαν γίνει μέρος της ύλης
εκεί θυσίαζε βατράχους, όχι από ανάγκη αλλά από κανόνα, γιατί κάθε τελετή απαιτούσε κάτι ζωντανό να γίνει πέρασμα για κάτι άλλο, άνοιγε τα σώματά τους με ακρίβεια, τα άφηνε να ξεραθούν και έπειτα τα έβραζε σε ένα σκοτεινό υγρό που δεν είχε σταθερό χρώμα, άλλοτε πράσινο, άλλοτε μαύρο, και μέσα σε αυτό έριχνε στάχτη, κόκαλα και λέξεις, γιατί οι λέξεις ήταν το πιο ισχυρό υλικό από όλα
όταν το φίλτρο ήταν έτοιμο, το έδινε στους αρρώστους, και αυτοί έπιναν με τρόμο αλλά και ελπίδα, και πολλές φορές θεραπεύονταν, τα σώματά τους δυνάμωναν, οι πληγές έκλειναν, οι ασθένειες υποχωρούσαν σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ, όμως πάντα κάτι άλλαζε μέσα τους, κάτι που δεν μπορούσαν να εξηγήσουν, σαν να είχαν δανειστεί ζωή που δεν τους ανήκε
και κάθε φορά που βοηθούσε κάποιον, το μάτι της γινόταν πιο σκοτεινό, σαν να γέμιζε με κάτι που δεν χωρούσε πια, γιατί έβλεπε όχι μόνο τους νεκρούς αλλά και αυτό που τους κρατούσε δεμένους, και κάποιες νύχτες, όταν ο άνεμος περνούσε μέσα από τα δέντρα και έκανε τα σύμβολα στους τοίχους να τρίζουν, άκουγε τη φωνή εκείνου με τον οποίο είχε κάνει τη συμφωνία, μια φωνή χαμηλή που δεν χρειαζόταν να υψωθεί για να γίνει υπακοή
της θύμιζε ότι τίποτα δεν ήταν δικό της, ούτε η δύναμη, ούτε οι θεραπευμένοι άνθρωποι, ούτε καν οι ιστορίες που έλεγε, όλα ήταν μέρος ενός χρέους που δεν τελείωνε, και όσο περισσότερα κέρδιζε τόσο περισσότερο ανήκε, γιατί η συμφωνία δεν είχε σκοπό να της δώσει ελευθερία αλλά να την κρατήσει χρήσιμη
και έτσι συνέχιζε να πηγαίνει από χωριό σε χωριό, να μιλά για νεκρούς που δεν είχε γνωρίσει, να θεραπεύει σώματα και να διαβρώνει ψυχές, να χάνει κάτι κάθε φορά και να κερδίζει κάτι πιο βαρύ, μέχρι που άρχισε να καταλαβαίνει ότι το μάτι που πήρε δεν της έδειχνε μόνο τους άλλους αλλά και το τέλος της, γιατί ανάμεσα στις σκιές που την ακολουθούσαν υπήρχε μία που δεν απομακρυνόταν ποτέ, μια μορφή που της έμοιαζε, αλλά ήταν άδεια, χωρίς φωνή, χωρίς θέληση, σαν να ήταν ήδη αυτό που θα γινόταν όταν η συμφωνία θα ολοκληρωνόταν
και τότε κατάλαβε την αλήθεια που δεν είχε δει στην αρχή, ότι δεν είχε πουλήσει απλώς το μάτι της, είχε πουλήσει το δικαίωμα να παραμείνει άνθρωπος, και κάθε θεραπεία, κάθε χρυσό νόμισμα, κάθε ψίθυρος ευγνωμοσύνης δεν ήταν παρά βήματα προς το σημείο όπου δεν θα υπήρχε επιστροφή, μόνο ένα βλέμμα που θα έβλεπε για πάντα χωρίς να ανήκει πουθενά

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου