Ο Ιππότης που Δεν Έπρεπε να Ξυπνήσει






Κανείς δεν θυμόταν πότε ακριβώς ξεκίνησε.

Ίσως γιατί δεν ξεκίνησε με κάτι μεγάλο.

Μια πόρτα που έτριξε χωρίς άνεμο.
Ένα παιδί που ξύπνησε ουρλιάζοντας, λέγοντας πως «κάποιος στέκεται έξω».
Ένας καθρέφτης που ράγισε χωρίς να τον αγγίξει κανείς.

Στο χωριό Άλντεμορ, οι άνθρωποι είχαν μάθει να αγνοούν τα περίεργα. Η ζωή ήταν σκληρή, και το σκοτάδι — απλώς μέρος της. Όμως εκείνη τη νύχτα… κάτι άλλαξε.

Ο ουρανός δεν είχε αστέρια.

Ήταν σαν να τα είχε σβήσει κάποιος.

Η πρώτη που τον είδε ήταν η Ελίνα.

Στεκόταν στο παράθυρό της, όταν ένιωσε ότι κάποιος την κοιτούσε. Δεν ήταν φόβος. Ήταν βεβαιότητα. Όταν σήκωσε το βλέμμα της προς τον δρόμο, τον είδε.

Μια φιγούρα.

Ψηλή. Ακίνητη. Τυλιγμένη σε πανοπλία που έμοιαζε να απορροφά το φως. Τα μάτια του — δύο κόκκινες σπίθες μέσα στο τίποτα.

Δεν κινήθηκε.

Αλλά το επόμενο πρωί… ήταν πιο κοντά.

Κάθε μέρα, πλησίαζε.

Χωρίς βήματα. Χωρίς ήχο.

Και κάθε νύχτα, κάποιος εξαφανιζόταν.

Δεν υπήρχαν ίχνη. Δεν υπήρχε αίμα. Μόνο ένα πράγμα: μια μαύρη στάχτη, σαν να είχε καεί κάτι που δεν ανήκε στον κόσμο.

Ο γέρος ιερέας του χωριού, ο Μάρκος, ήταν ο μόνος που κατάλαβε.

«Δεν είναι πλάσμα,» είπε. «Είναι κατάρα.»

Έβγαλε ένα παλιό βιβλίο. Δεμένο με δέρμα που είχε ξεθωριάσει από τον χρόνο. Οι σελίδες του δεν ήταν γραμμένες με μελάνι, αλλά χαραγμένες.

«Αυτός… είναι ο Ιππότης των Σκιών.»

Σύμφωνα με το βιβλίο, δεν ήταν δαίμονας. Δεν ήταν άνθρωπος.

Ήταν κάτι ενδιάμεσο.

Ένας πολεμιστής που κάποτε πρόδωσε τον κόσμο των ζωντανών, κάνοντας συμφωνία με το σκοτάδι. Για αντάλλαγμα δύναμη, του αφαιρέθηκε η ψυχή. Και χωρίς ψυχή… δεν υπάρχει τέλος.

Δεν μπορεί να πεθάνει.

Μόνο να επιστρέψει.

Και κάθε φορά που επιστρέφει, φέρνει μαζί του κάτι χειρότερο.

Η Ελίνα άρχισε να βλέπει όνειρα.

Όχι εφιάλτες — μνήμες.

Έβλεπε τον Ιππότη πριν γίνει τέρας. Έβλεπε τη συμφωνία. Έβλεπε τη στιγμή που έσπασε.

Και τότε κατάλαβε κάτι που κανείς άλλος δεν είχε δει.

Ο Ιππότης… δεν κυνηγούσε.

Έψαχνε.

Την τελευταία νύχτα, στάθηκε έξω από το σπίτι της.

Για πρώτη φορά, κινήθηκε.

Αργά. Σαν να πάλευε με κάτι μέσα του.

Η πόρτα άνοιξε μόνη της.

Η Ελίνα δεν έτρεξε.

Στάθηκε μπροστά του.

Τα μάτια του έλαμψαν — αλλά όχι από θυμό.

Από πόνο.

«Θυμάσαι;» ψιθύρισε εκείνη.

Και τότε… κάτι έσπασε.

Η σκιά γύρω του άρχισε να διαλύεται. Η πανοπλία ράγισε. Για μια στιγμή, φάνηκε το πρόσωπο ενός ανθρώπου.

Και μετά—

Σιωπή.

Ο Ιππότης έπεσε.

Το σκοτάδι γύρω του χάθηκε.

Αλλά το βιβλίο… έκλεισε μόνο του.

Και στην τελευταία του σελίδα, εμφανίστηκε μια νέα φράση:

«Η κατάρα δεν έσπασε. Απλώς άλλαξε φορέα.»

Η Ελίνα ένιωσε το στήθος της να καίει.

Και στα μάτια της…

…άναψε μια κόκκινη σπίθα.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

🌑 Η Μάγισσα που Δεν Πέθανε Ποτέ

Η Δίψα της Νύχτας

Το Βιβλίο των Ξεχασμένων Συμβόλων