🔥 Η Ιέρεια των Κομμένων Σκιών
Στο χωριό δεν έλεγαν το όνομά της.
Όχι γιατί το είχαν ξεχάσει.
Αλλά γιατί φοβόντουσαν πως… αν το προφέρουν, εκείνη θα τους ακούσει.
Την αποκαλούσαν μόνο έτσι:
Η Ιέρεια.
Κάθε πανσέληνο, το φως του φεγγαριού δεν έπεφτε κανονικά στο δάσος. Αντί να φωτίζει… βυθιζόταν μέσα του. Σαν να το ρουφούσε κάτι. Και τότε, οι άνθρωποι έκλειναν τα παράθυρα, έσβηναν τα φώτα και δεν έβγαιναν έξω.
Γιατί ήξεραν.
Εκείνη τη νύχτα… η Ιέρεια τελούσε το έργο της.
Ο Θοδωρής δεν πίστευε.
Μεγάλωσε ακούγοντας ιστορίες για μαύρη μαγεία, για σύμβολα χαραγμένα στο χώμα και για ζώα που θυσιάζονταν στο σκοτάδι. Όμως πάντα γελούσε.
Μέχρι που είδε το φως.
Όχι από το χωριό.
Από το δάσος.
Σαν φλόγα που δεν έπρεπε να υπάρχει.
Και χωρίς να το καταλάβει…
Προχώρησε.
Όσο πιο βαθιά έμπαινε, τόσο πιο βαριά γινόταν η ανάσα του. Ο αέρας μύριζε σίδερο. Και κάτι ακόμα.
Σάπιο.
Όταν έφτασε στο ξέφωτο… πάγωσε.
Ο κύκλος ήταν εκεί.
Τεράστιος.
Χαραγμένος στο έδαφος με σύμβολα που δεν έμοιαζαν ανθρώπινα. Μερικά έμοιαζαν να κινούνται. Να αλλάζουν. Σαν να ήταν ζωντανά.
Γύρω του… κεριά.
Δεκάδες.
Και ανάμεσά τους…
Σώματα.
Ζώα.
Κότες.
Κεφάλια κομμένα.
Το αίμα τους είχε γεμίσει τα σύμβολα.
Σαν να τα τάιζε.
Και τότε…
Την είδε.
Στεκόταν στο κέντρο.
Φορούσε μαύρη κουκούλα. Τα χέρια της ήταν βαμμένα κόκκινα. Στο ένα κρατούσε ένα μαχαίρι. Στο άλλο… ένα κεφάλι.
Φρέσκο.
Ακόμα ζεστό.
Η Ιέρεια σήκωσε το πρόσωπό της προς την πανσέληνο.
«Άκουσέ με…» ψιθύρισε.
Η φωνή της δεν ήταν ανθρώπινη.
Ήταν βαθιά.
Σαν να ερχόταν από κάτω από τη γη.
«Σου φέρνω αίμα… για να μου δώσεις δύναμη…»
Τα σύμβολα άρχισαν να λάμπουν.
Το χώμα άνοιξε.
Σαν στόμα.
Και κάτι… ανέπνευσε από κάτω.
Ο Θοδωρής έκανε ένα βήμα πίσω.
Ένα κλαδί έσπασε.
Ο ήχος ακούστηκε δυνατά.
Πολύ δυνατά.
Η Ιέρεια σταμάτησε.
Αργά…
Γύρισε το κεφάλι της.
Τα μάτια της έλαμψαν.
«Δεν είσαι καλεσμένος…»
Πριν προλάβει να τρέξει…
Τα σύμβολα ενεργοποιήθηκαν.
Το φως ανέβηκε από το έδαφος.
Και τον τύλιξε.
Δεν πονούσε.
Αλλά δεν μπορούσε να κινηθεί.
Η Ιέρεια πλησίασε.
Τον κοίταξε.
Χαμογέλασε.
«Πάντα χρειάζεται… κάτι παραπάνω…»
Σήκωσε το μαχαίρι.
Και το φεγγάρι… σκοτείνιασε για μια στιγμή.
Όταν το φως επέστρεψε…
Ο κύκλος είχε αλλάξει.
Τα σύμβολα ήταν πιο έντονα.
Πιο δυνατά.
Η Ιέρεια στάθηκε όρθια.
Το σώμα της… μεταμορφωνόταν.
Οι σκιές γύρω της κολλούσαν πάνω της.
Σαν να την έντυναν.
Σαν να την έκαναν… κάτι άλλο.
Κάτι μεγαλύτερο.
Κάτι πιο σκοτεινό.
Και εκεί που στεκόταν ένας άνθρωπος…
Τώρα υπήρχε κάτι άλλο.
Κάτι που δεν ανήκε πια στον κόσμο των ζωντανών.
Το επόμενο πρωί…
Βρήκαν το ξέφωτο.
Άδειο.
Κανένα σώμα.
Κανένα κερί.
Μόνο ένα σημάδι στο χώμα.
Ένα σύμβολο.
Που δεν έσβηνε.
Και κάθε νύχτα…
Όσοι περνούσαν από εκεί…
Ένιωθαν κάτι να τους κοιτάζει.
Και αν έμεναν αρκετή ώρα…
Άκουγαν μια φωνή.
Αργή.
Βαθιά.
«Περισσότερη δύναμη…»
Και τότε…
Τα δέντρα γύρω τους άρχιζαν να κινούνται.
Σαν να έκλειναν.
Σαν να μην ήθελαν…
να φύγουν ποτέ.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου