ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ
Η νύχτα που αποφάσισε να πουλήσει την ψυχή της δεν είχε φεγγάρι, μόνο έναν βαρύ ουρανό που μύριζε υγρασία και στάχτη, σαν κάτι παλιό να καιγόταν αργά πίσω από τον κόσμο των ζωντανών, και εκείνη στεκόταν μόνη μέσα στο δωμάτιό της, με τα κεριά να τρεμοπαίζουν και να σχηματίζουν σκιές που δεν ακολουθούσαν πάντα το σώμα της αλλά κινούνταν με δική τους θέληση, σαν να την παρακολουθούσαν πριν ακόμα ολοκληρωθεί το τελετουργικό. Το βιβλίο ήταν ανοιχτό μπροστά της, ένα παλιό, φθαρμένο γριμόριο με σύμβολα που δεν ανήκαν σε καμία γλώσσα που γνώριζε, κι όμως τα καταλάβαινε, σαν να της τα ψιθύριζε κάποιος μέσα στο κεφάλι της, καθοδηγώντας την χωρίς να τον βλέπει. Έκοψε το δάχτυλό της χωρίς δισταγμό και άφησε το αίμα να στάξει πάνω στο σύμβολο, και τότε η σιωπή έσπασε.
Στην αρχή ήταν ένας ήχος χαμηλός, σαν ανάσα πίσω από το αυτί της, έπειτα έγινε φωνή, και η φωνή έγινε πολλές φωνές, ψιθυριστές, θυμωμένες, γεμάτες υποσχέσεις και απειλές μαζί, και εκείνη δεν τρόμαξε όπως θα έκανε κάποτε, γιατί αυτό ακριβώς ζητούσε, να ανοίξει την πόρτα, να περάσει πέρα από το όριο που οι άλλοι φοβόντουσαν να πλησιάσουν. Ο διάβολος δεν εμφανίστηκε με μορφή, δεν υπήρξε σώμα, μόνο μια παρουσία που γέμισε το δωμάτιο, ένα βάρος στον αέρα που πίεζε το στήθος της και έκανε την καρδιά της να χτυπάει πιο αργά, πιο βαθιά, σαν να συγχρονιζόταν με κάτι αρχαίο και σκοτεινό. Η συμφωνία έγινε χωρίς λέξεις, μόνο με σκέψη, μόνο με θέληση, και όταν τελείωσε, τα κεριά έσβησαν όλα μαζί.
Από εκείνη τη στιγμή τίποτα δεν ήταν όπως πριν.
Στην αρχή νόμιζε πως ήταν όνειρα, μικρές ρωγμές στην πραγματικότητα, μορφές που περνούσαν από τις γωνίες των ματιών της, σκιές που στέκονταν πίσω της όταν κοιτούσε καθρέφτες, αλλά όταν γύριζε να δει δεν υπήρχε κανείς, μόνο μια ψύχρα που έμενε στο δέρμα της σαν άγγιγμα. Οι φωνές άρχισαν να γίνονται καθαρές, όχι πια ψίθυροι αλλά λόγια, ονόματα, ιστορίες ανθρώπων που δεν είχε γνωρίσει ποτέ, και όμως της μιλούσαν σαν να την περίμεναν χρόνια. Της έλεγαν πράγματα για τον θάνατο, για το τι υπάρχει μετά, για τα λάθη που έκαναν όσο ζούσαν, και εκείνη άκουγε με μια δίψα που δεν μπορούσε να σβήσει.
Δεν άργησε να καταλάβει ότι δεν ήταν παραισθήσεις, ήταν πύλες.
Όταν πήγε για πρώτη φορά σε νεκροταφείο δεν φοβήθηκε ούτε στιγμή, αντίθετα ένιωσε μια παράξενη οικειότητα, σαν να επέστρεφε σε έναν τόπο που της ανήκε, και καθώς περπατούσε ανάμεσα στους τάφους οι φωνές δυνάμωναν, την καλούσαν, της ζητούσαν να σταματήσει, να ακούσει, να μάθει. Γονάτισε μπροστά σε έναν παλιό, ξεχασμένο τάφο και άγγιξε το χώμα, και τότε η εικόνα ήρθε βίαια μέσα στο μυαλό της, η ζωή του ανθρώπου που βρισκόταν θαμμένος εκεί ξεδιπλώθηκε μπροστά της σαν ζωντανή μνήμη, είδε τον θάνατό του, ένιωσε τον φόβο του, άκουσε την τελευταία του σκέψη, και όταν άνοιξε τα μάτια της δεν ήταν πια η ίδια.
Οι μέρες και οι νύχτες άρχισαν να συγχέονται, γιατί δεν κοιμόταν όπως πριν, κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια της βυθιζόταν σε έναν κόσμο γεμάτο σκιές και μορφές που δεν είχαν σώμα αλλά είχαν φωνή, και την τραβούσαν πιο βαθιά, της έδειχναν πράγματα που κανένας ζωντανός δεν έπρεπε να γνωρίζει. Το σώμα της άρχισε να αλλάζει, όχι εμφανώς, αλλά υπήρχε κάτι στο βλέμμα της που έκανε τους άλλους να απομακρύνονται χωρίς να ξέρουν γιατί, μια ψυχρότητα, μια απόσταση, σαν να μην ανήκε πια στον ίδιο κόσμο.
Έμαθε να καλεί τα πνεύματα, όχι απλώς να τα ακούει, αλλά να τα φέρνει κοντά της, να τα αναγκάζει να μιλήσουν, να αποκαλύψουν μυστικά, και κάθε φορά που το έκανε ένιωθε τη δύναμη να αυξάνεται μέσα της, αλλά μαζί με αυτήν μεγάλωνε και κάτι άλλο, μια σκιά που δεν έφευγε ποτέ, μια παρουσία που την παρακολουθούσε, υπενθυμίζοντάς της ότι τίποτα δεν είχε δοθεί χωρίς αντάλλαγμα.
Και τότε κατάλαβε το πραγματικό τίμημα.
Οι φωνές δεν σταματούσαν ποτέ. Δεν υπήρχε πια σιωπή, ούτε στιγμή ηρεμίας, ακόμη και όταν προσπαθούσε να απομακρυνθεί, να κλείσει τα αυτιά της, να αγνοήσει τις μορφές που έβλεπε γύρω της, εκείνες γίνονταν πιο έντονες, πιο απαιτητικές, πιο απελπισμένες, σαν να την είχαν ανάγκη, σαν να ήταν δεμένες μαζί της για πάντα. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ποιοι ήταν οι νεκροί και ποιοι οι ζωντανοί, γιατί πολλές φορές οι σκιές έμοιαζαν πιο αληθινές από τους ανθρώπους.
Και μέσα σε όλα αυτά, εκείνος παρέμενε.
Δεν μιλούσε συχνά, αλλά όταν το έκανε, η φωνή του ήταν διαφορετική από τις άλλες, βαθύτερη, πιο ήρεμη, πιο επικίνδυνη, και της θύμιζε ότι η δύναμη που απέκτησε δεν ήταν δική της, ότι κάθε γνώση, κάθε ψίθυρος, κάθε όραμα ήταν μέρος της συμφωνίας, και ότι κάποια στιγμή θα έπρεπε να πληρώσει.
Και όσο περνούσε ο χρόνος, εκείνη δεν φοβόταν πια τον θάνατο.
Φοβόταν μόνο τη στιγμή που οι φωνές θα σταματούσαν.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου