Το Βιβλίο των Ξεχασμένων Συμβόλων




Στην καρδιά ενός πυκνού, ασφυκτικά σκοτεινού δάσους, εκεί όπου το φως έσπαγε πάνω στα φύλλα σαν να φοβόταν να εισχωρήσει βαθύτερα, ζούσε ένας μάγος που οι λίγοι που τον γνώριζαν τον αποκαλούσαν Αζράελ. Κανείς δεν ήξερε την αληθινή του ηλικία· το πρόσωπό του ήταν χαραγμένο από ρυτίδες που δεν ανήκαν μόνο στον χρόνο, αλλά και σε κάτι αρχαιότερο, πιο σκοτεινό.

Η καλύβα του ήταν φτιαγμένη από στραβωμένα ξύλα και κόκαλα ζώων. Γύρω της περιφέρονταν σκιές, και τα ζώα που κρατούσε δεν ήταν ποτέ ήρεμα—σαν να ένιωθαν τι επρόκειτο να τους συμβεί. Μια κότα νεκρή κρεμόταν από ένα σκοινί, τα φτερά της λερωμένα με ξεραμένο αίμα. Ένας βάτραχος, δεμένος πάνω σε έναν πέτρινο βωμό, έτρεμε, σαν να καταλάβαινε τη μοίρα του.

Ο Αζράελ άνοιξε το παλιό του βιβλίο—ένα γριμόριο με κιτρινισμένες σελίδες και σύμβολα που δεν ανήκαν σε καμία γνωστή γλώσσα. Αυτά τα σύμβολα δεν διδάσκονταν. Δεν μεταδίδονταν. Ήταν γνώση που επέλεγε τους λίγους και τους καταδίκαζε.

Με αργές, τελετουργικές κινήσεις, πήρε το μαχαίρι του.

Το κεφάλι του βατράχου κόπηκε με μία καθαρή κίνηση.

Τα πόδια του αποσπάστηκαν και το αίμα άρχισε να κυλά πάνω στην πέτρα, σχηματίζοντας μικρές, σκοτεινές λίμνες. Ο μάγος βούτηξε τα δάχτυλά του στο αίμα και άρχισε να σχεδιάζει σύμβολα στο έδαφος—κύκλους, γραμμές, μορφές που έμοιαζαν να κινούνται όταν τις κοιτούσες πολύ ώρα.

Εκείνη τη νύχτα, η γυναίκα ήρθε.

Τα βήματά της ήταν διστακτικά, αλλά τα μάτια της γεμάτα αποφασιστικότητα. Κρατούσε ένα πουγκί. Μέσα, δύο χιλιάδες—το τίμημα για κάτι που δεν μπορούσε να πάρει πίσω.

«Θέλω να πεθάνει,» είπε χωρίς να καθίσει.

Ο Αζράελ δεν ρώτησε ποιος.

«Ο πεθερός μου. Θέλω την περιουσία του. Ό,τι κι αν χρειαστεί.»

Ο μάγος χαμογέλασε ελαφρά. Όχι από χαρά—αλλά από αναγνώριση. Είχε δει αυτό το βλέμμα πολλές φορές. Η απληστία είχε πάντα την ίδια γεύση.

Πήρε το πουγκί. Το άφησε δίπλα στο βιβλίο.

«Δεν υπάρχει επιστροφή,» της είπε.

Εκείνη έγνεψε.

Η τελετή άρχισε.

Ο νεκρός κόκορας τοποθετήθηκε στο κέντρο. Το αίμα του βατράχου χρησιμοποιήθηκε για να χαραχθούν νέα σύμβολα πάνω στο σώμα του. Ο Αζράελ ψιθύριζε λέξεις που δεν ανήκαν στον κόσμο των ανθρώπων—ήχοι που έμοιαζαν να σέρνονται μέσα στο μυαλό και να γρατζουνάνε τη λογική.

Η γυναίκα ένιωσε το κεφάλι της να βαραίνει.

Οι σκιές γύρω τους άρχισαν να κινούνται.

Κάτι άκουγε.

Όχι με τα αυτιά—αλλά μέσα της.

Το βιβλίο άνοιξε μόνο του.

Οι σελίδες γύρισαν από έναν αόρατο άνεμο.

Τα σύμβολα άρχισαν να λάμπουν, βαμμένα με αίμα.

Ο Αζράελ σταμάτησε.

Σήκωσε το βλέμμα του.

«Δεν ζητάς απλά έναν θάνατο,» είπε χαμηλά.

Η φωνή του είχε αλλάξει.

«Ζητάς κάτι που θα σε ακολουθεί.»

Η γυναίκα ένιωσε έναν παγωμένο φόβο να ανεβαίνει μέσα της.

Αλλά δεν μίλησε.

Δεν μπορούσε πια.

Ο κύκλος έκλεισε.

Το φως χάθηκε.

Και κάπου, μακριά από το δάσος, ένας άντρας ένιωσε την καρδιά του να σταματά… χωρίς λόγο.

Η περιουσία θα άλλαζε χέρια.

Αλλά το τίμημα δεν είχε πληρωθεί ακόμα.

Γιατί τα σύμβολα που σχεδιάστηκαν εκείνη τη νύχτα… δεν ξεχνάνε ποτέ ποιος τα ενεργοποίησε.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

🌑 Η Μάγισσα που Δεν Πέθανε Ποτέ

Η Δίψα της Νύχτας