🔗 Οι Δεμένοι Υπηρέτες της Νύχτας
Κανείς δεν είχε επιστρέψει ποτέ για να την πολεμήσει… μέχρι εκείνη τη νύχτα.Ο Άρης και ο Δημήτρης δεν ήταν σαν τους άλλους.Δεν φοβόντουσαν τις ιστορίες,δεν έκαναν τον σταυρό τους όταν περνούσαν από το δάσος,δεν έκλειναν τα μάτια όταν άκουγαν τους ψιθύρους.Είχαν αποφασίσει να την κάψουν.Να τελειώσουν αυτό που κανείς άλλος δεν τόλμησε.Πήραν μαζί τους φωτιά,λάδι,μαχαίρια και πίστη ότι το κακό μπορεί να πεθάνει.Αλλά το κακό… δεν πεθαίνει.Περιμένει.Το δάσος τους άφησε να μπουν.Αυτό ήταν το πρώτο λάθος.Δεν άκουσαν πουλιά,δεν ένιωσαν άνεμο,μόνο μια βαριά σιωπή που κολλούσε πάνω στο δέρμα τους σαν υγρασία.Όταν έφτασαν στο σπίτι,η πόρτα ήταν ήδη ανοιχτή.«Μας περιμένει…» ψιθύρισε ο Δημήτρης.Μπήκαν.Η μυρωδιά τους χτύπησε αμέσως.Σάπιο κρέας,καμένο λίπος και αίμα.Στο πάτωμα υπήρχε ο κύκλος.Σύμβολα χαραγμένα βαθιά,γεμάτα ξεραμένο αίμα και κομμένα κομμάτια ζώων.Κότες χωρίς κεφάλια,βάτραχοι ανοιγμένοι στη μέση,κόκαλα που δεν είχαν καθαριστεί σωστά.Σαν να είχαν φαγωθεί από κάτι… και μετά να είχαν επιστραφεί.Στο κέντρο,ένα μπολ.Μαύρο.Γεμάτο.Και δίπλα του…αλυσίδες.Ο Άρης άναψε τη φωτιά.«Τώρα!» φώναξε.Πριν προλάβουν να ρίξουν το λάδι,οι αλυσίδες κινήθηκαν.Σαν να ζωντάνεψαν.Τύλιξαν τα πόδια τους.Τους έριξαν κάτω.Ο Δημήτρης ούρλιαξε.Ο Άρης πάλευε.Αλλά δεν ήταν σίδερο.Ήταν κάτι άλλο.Κάτι που σφιγγόταν με τη θέληση.Και τότε… εκείνη εμφανίστηκε.Δεν μπήκε.Δεν περπάτησε.Απλά… ήταν ήδη εκεί.Η μάγισσα στάθηκε μπροστά τους,κρατώντας μια νεκρή κότα στο ένα χέρι και έναν βάτραχο στο άλλο.Τα μάτια της έλαμπαν.«Νομίσατε ότι ήρθατε να με κάψετε…» είπε ήρεμα.«Αλλά ήρθατε να με υπηρετήσετε.»Το αίμα άρχισε να στάζει από τα ζώα.Όχι κάτω.Προς τα πάνω.Σαν να ανέβαινε στον αέρα.Τα σύμβολα άρχισαν να καίνε με κόκκινο φως.Οι αλυσίδες έσφιξαν.«Όχι…» ψιθύρισε ο Δημήτρης.«Σε παρακαλώ…»Η μάγισσα χαμογέλασε.«Αργά για προσευχές.»Σήκωσε τα χέρια της.Τα κόκαλα γύρω τους άρχισαν να τρίζουν.Να ενώνονται.Να κινούνται.Τα σώματα των ζώων σηκώθηκαν.Χωρίς ζωή.Αλλά κινούμενα.Και τότε…τους άγγιξε.Ο Άρης ένιωσε το σώμα του να παγώνει.Το αίμα του να βαραίνει.Η καρδιά του να σταματά…χωρίς να πεθαίνει.Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα.Αλλά δεν έβλεπε όπως πριν.Έβλεπε σκοτάδι.Και μέσα στο σκοτάδι…εκείνη.Ο Δημήτρης άρχισε να τρέμει.Το στόμα του άνοιξε.Αλλά η φωνή που βγήκε…δεν ήταν δική του.«Δέσμιοι…» ψιθύρισε η μάγισσα.«Δεμένοι… για πάντα.»Οι αλυσίδες έσπασαν.Αλλά δεν έπεσαν.Έμειναν πάνω τους.Σαν μέρος του σώματός τους.Οι δύο άντρες σηκώθηκαν.Αργά.Άκαμπτα.Τα μάτια τους άδεια.Το δέρμα τους χλωμό.Δεν ήταν πια άνθρωποι.Ήταν κάτι ενδιάμεσο.Κάτι που ανήκε σε εκείνη.Η μάγισσα γύρισε προς το δάσος.«Πάμε…» είπε.Και αυτοί την ακολούθησαν.Χωρίς σκέψη.Χωρίς θέληση.Μόνο υπακοή.Το επόμενο πρωί,το σπίτι δεν υπήρχε.Όπως πάντα.Αλλά βαθιά στο δάσος…κάποιοι είπαν ότι είδαν τρεις σκιές.Μία μπροστά.Δύο πίσω της.Να σέρνονται.Να περπατούν.Να υπακούν.Και αν πλησιάσεις πολύ…μπορείς να ακούσεις τις αλυσίδες.Όχι να σέρνονται.Αλλά να…αναπνέουν.Και μια φωνή.Όχι ανθρώπινη.Όχι ζωντανή.«Υπηρέτησε…

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου