η μάγισσα που δεν μπορούσε να δεθεί

 








κανείς δεν ήξερε πόσες ζωές είχε ζήσει, ούτε πόσες φορές είχε πεθάνει, μόνο ότι η παρουσία της στο δάσος δεν ήταν κάτι καινούργιο αλλά κάτι που υπήρχε πριν ακόμα τα χωριά πάρουν τα ονόματά τους, και κάθε φορά που κάποιος την έβλεπε, ένιωθε πως δεν στεκόταν μπροστά σε έναν άνθρωπο αλλά μπροστά σε κάτι που είχε μάθει να φορά ανθρώπινο σώμα για να κινείται ανάμεσά τους χωρίς να ανήκει

τη νύχτα περπατούσε στα νεκροταφεία σαν να ήταν το φυσικό της σπίτι, το χώμα άνοιγε κάτω από τα δάχτυλά της χωρίς αντίσταση, και με υπομονή έβγαζε οστά και κρανία, τα καθάριζε με τελετουργική ακρίβεια και τα κρατούσε σαν ιερά αντικείμενα, γιατί για εκείνη οι νεκροί δεν ήταν παρελθόν αλλά φωνές που δεν είχαν σταματήσει ποτέ να μιλούν, και κάθε κόκαλο ήταν μια πύλη που περίμενε να ανοιχτεί

στο σπίτι της, βαθιά μέσα στο δάσος, οι τοίχοι δεν φαίνονταν σχεδόν καθόλου, καλυμμένοι από σύμβολα, αίμα και σκιές που κινούνταν ανεξάρτητα από το φως, και παντού υπήρχαν κρανία τοποθετημένα με τέτοιο τρόπο που να σχηματίζουν κύκλους, διαδρόμους και μονοπάτια, σαν να ήταν ένας λαβύρινθος φτιαγμένος όχι για να χαθείς αλλά για να φτάσεις σε κάτι που δεν θα έπρεπε να αγγίξεις

εκεί πραγματοποιούσε τις τελετές της, ψιθυρίζοντας λέξεις που δεν ανήκαν σε καμία ανθρώπινη γλώσσα, και οι φωνές που απαντούσαν δεν έρχονταν από τον αέρα αλλά από μέσα στα οστά, από μέσα στη γη, από μέρη που δεν είχαν φως, και κάθε συμφωνία που είχε κάνει δεν ήταν μία ούτε δύο αλλά αμέτρητες, δεμένες μεταξύ τους σαν αλυσίδα που δεν μπορούσε να σπάσει

οι σατανιστές που την αναζήτησαν δεν ήταν αφελείς, ήξεραν τι δύναμη κυνηγούσαν και πίστευαν πως αν την αιχμαλώτιζαν θα μπορούσαν να ελέγξουν κάτι μεγαλύτερο από αυτούς, εμφανίστηκαν ένα βράδυ χωρίς φεγγάρι, με καλυμμένα πρόσωπα και σύμβολα χαραγμένα στα χέρια τους, κρατώντας βιβλία απαγορευμένα και εργαλεία τελετών που είχαν κληρονομήσει από παλιότερες γενιές, και περικύκλωσαν το σπίτι της σιωπηλά, σαν να φοβόντουσαν ακόμα και τον ήχο των βημάτων τους

εκείνη δεν βγήκε να τους αντιμετωπίσει αμέσως, γιατί τους είχε ήδη δει πριν φτάσουν, όχι με τα μάτια της αλλά μέσα από τις σκιές που την υπηρετούσαν, και όταν τελικά άνοιξε την πόρτα, δεν υπήρχε φόβος στο πρόσωπό της, μόνο μια ήρεμη βεβαιότητα που έκανε τους πιο δυνατούς από αυτούς να διστάσουν για μια στιγμή που δεν θα παραδέχονταν ποτέ

όταν άρχισαν την τελετή τους για να τη δεσμεύσουν, το έδαφος κάτω από τα πόδια τους άρχισε να αλλάζει, τα σύμβολα που είχαν χαράξει έσβηναν και ξαναγράφονταν μόνα τους, οι φλόγες από τα κεριά στράφηκαν προς τα μέσα σαν να τραβιόνταν από κάτι αόρατο, και οι φωνές που επικαλέστηκαν δεν υπάκουσαν σε αυτούς αλλά σε εκείνη

η μάγισσα δεν αντέδρασε με οργή αλλά με γνώση, γιατί κάθε λέξη που προσπαθούσαν να χρησιμοποιήσουν την είχε ήδη πει πριν από αυτούς, κάθε δαίμονα που καλούσαν τον είχε ήδη δεσμεύσει με συμφωνία, και κάθε δύναμη που πίστευαν ότι μπορούσαν να ελέγξουν ήταν ήδη μέρος της, όχι επειδή ήταν πιο ισχυρή αλλά επειδή είχε πληρώσει το τίμημα πριν από αυτούς και είχε επιβιώσει

ένας ένας άρχισαν να χάνουν τον έλεγχο, όχι από επίθεση αλλά από επιστροφή, σαν οι ίδιες οι δυνάμεις που είχαν καλέσει να γύριζαν πίσω για να απαιτήσουν αυτό που τους χρωστούσαν, και μέσα στον κύκλο που είχαν φτιάξει, η μάγισσα περπάτησε αργά, αγγίζοντας τα κρανία που είχαν φέρει μαζί τους, και αυτά άρχισαν να ψιθυρίζουν, να μιλούν, να θυμούνται

τους κοίταξε έναν έναν χωρίς να υψώσει τη φωνή της και τους είπε την αλήθεια που δεν ήθελαν να ακούσουν, ότι δεν μπορείς να σκλαβώσεις κάτι που έχει ήδη παραδοθεί σε κάτι βαθύτερο, ότι δεν μπορείς να ελέγξεις αυτό που δεν ανήκει στον κόσμο σου, και ότι η δύναμη που ζητούσαν δεν ήταν εργαλείο αλλά δεσμός

όσοι έμειναν όρθιοι έφυγαν χωρίς να κοιτάξουν πίσω, γιατί κατάλαβαν ότι δεν είχαν σταθεί απέναντι σε μια μάγισσα αλλά σε ένα σύνολο συμφωνιών που δεν μπορούσαν να σπάσουν, και εκείνη έμεινε μόνη ξανά, όχι νικήτρια αλλά συνεχίζοντας κάτι που δεν τελείωνε

το επόμενο βράδυ, όπως κάθε βράδυ, βρέθηκε ξανά στους τάφους, έσκαψε το χώμα και πήρε νέα οστά, τα πρόσθεσε στη συλλογή της και τα τοποθέτησε με ακρίβεια μέσα στο σπίτι της, γιατί η δουλειά της δεν είχε σχέση με το παρελθόν αλλά με αυτό που συνεχίζει, και όσοι την αναζητούσαν για δύναμη, θεραπεία ή γνώση, έπρεπε να θυμούνται ότι ό,τι έπαιρναν από εκείνη δεν ήταν ποτέ δωρεάν, γιατί σε κάθε συμφωνία, κάποιος κερδίζει κάτι και κάποιος παύει να είναι αυτό που ήταν πριν

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

🌑 Η Μάγισσα που Δεν Πέθανε Ποτέ

Η Δίψα της Νύχτας

Το Βιβλίο των Ξεχασμένων Συμβόλων