🕯️ Η Σύναξη Των Έξι Σκιών
Η βροχή έπεφτε αργά πάνω στα σπασμένα μάρμαρα του παλιού νεκροταφείου έξω από το εγκαταλελειμμένο χωριό του Vargan. Τα κυπαρίσσια λύγιζαν από τον άνεμο και οι σκουριασμένες πύλες έτριζαν σαν να διαμαρτύρονταν που κάποιος τολμούσε να περάσει ξανά μέσα από εκείνες τις ξεχασμένες πύλες. Ήταν λίγο μετά τα μεσάνυχτα όταν οι έξι μορφές εμφανίστηκαν μέσα στην ομίχλη κρατώντας φανάρια, σακούλες με παλιά εργαλεία και τυλιγμένα βιβλία δεμένα με μαύρα δέρματα.
Κανείς τους δεν μιλούσε δυνατά.
Μόνο ψίθυροι.
Ο Marcus, ο αρχηγός της σύναξης, στάθηκε μπροστά σε έναν παλιό τάφο που είχε σχεδόν χαθεί κάτω από βρύα και χώμα. Πάνω στην πέτρα υπήρχε ακόμη χαραγμένο ένα όνομα που ο χρόνος είχε σχεδόν σβήσει:
Sikenitus Vhalor.
Ένας νεκρομάντης που, σύμφωνα με τις απαγορευμένες ιστορίες, είχε προσπαθήσει να δει το ίδιο του το μέλλον μέσα από τελετές θανάτου. Οι θρύλοι έλεγαν πως λίγο πριν πεθάνει είχε γράψει σε κρυφές σελίδες τι είδε μετά τον θάνατο… και πως όποιος διάβαζε τα λόγια του άλλαζε για πάντα.
Οι έξι σατανιστές άναψαν μαύρα κεριά γύρω από τον τάφο. Η μυρωδιά υγρής γης, μούχλας και καμένου λιβανιού γέμισε τον αέρα. Η Elena έβγαλε από μια τσάντα ένα τεράστιο βιβλίο δεμένο με σκουριασμένες αλυσίδες. Οι σελίδες του ήταν κιτρινισμένες και γεμάτες παράξενα σύμβολα που έμοιαζαν περισσότερο με πληγές παρά με γράμματα.
Ο άνεμος σταμάτησε ξαφνικά.
Σαν ολόκληρο το νεκροταφείο να κρατούσε την ανάσα του.
Με σκουριασμένα φτυάρια άρχισαν να σκάβουν τον τάφο. Το χώμα ήταν βαρύ και παγωμένο. Κάθε χτύπημα ακουγόταν μέσα στη νύχτα σαν χτύπος τυμπάνου κηδείας. Μετά από ώρα, το φτυάρι βρήκε ξύλο.
Το φέρετρο.
Σάπιο.
Ραγισμένο.
Δεμένο με μεταλλικές σφραγίδες.
Ο Victor έσπασε το καπάκι με έναν λοστό. Η δυσοσμία που βγήκε έκανε δύο από αυτούς να γυρίσουν το πρόσωπο αλλού. Μέσα υπήρχε ό,τι είχε απομείνει από τον Sikenitus. Σκουριασμένα κομμάτια από ύφασμα, ξεραμένα κόκαλα και ένα κρανίο που είχε περίεργες χαράξεις πάνω του.
Γραμμές.
Σύμβολα.
Σαν κάποιος να είχε γράψει πάνω στα ίδια του τα οστά.
Η Mirela άπλωσε τρεμάμενα το χέρι και πήρε το κρανίο. Τα μάτια της γούρλωσαν μόλις είδε τις χαραγμένες λέξεις γύρω από το μέτωπο.
«Δεν είναι προσευχές…» ψιθύρισε.
«Είναι περιγραφές…»
Ο Marcus άνοιξε το βιβλίο νεκρομαντείας και άρχισε να διαβάζει δυνατά μια αρχαία επίκληση. Οι υπόλοιποι τοποθέτησαν τα κόκαλα πάνω σε μαύρο ύφασμα γύρω από τα κεριά. Καθώς οι λέξεις αντηχούσαν στο νεκροταφείο, οι φλόγες άρχισαν να τρεμοπαίζουν αφύσικα.
Η γη έτριξε.
Ένα βαθύ μουρμουρητό ακούστηκε κάτω από τους τάφους.
Η Elena πλησίασε το κρανίο και πέρασε τα δάχτυλά της πάνω στις χαραγμένες γραμμές. Εκείνη τη στιγμή είδε εικόνες μέσα στο μυαλό της.
Έναν σκοτεινό ποταμό.
Σκιές να ουρλιάζουν μέσα σε φωτιά.
Μια τεράστια πύλη φτιαγμένη από κόκαλα.
Και τον ίδιο τον Sikenitus γονατισμένο μπροστά σε μια αόρατη παρουσία.
Τα μάτια της γέμισαν τρόμο.
«Είδε τον θάνατό του…» είπε με σπασμένη φωνή.
«Και προσπάθησε να επιστρέψει…»
Ξαφνικά το κρανίο ράγισε μόνο του.
Τα κεριά έσβησαν.
Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι ακούστηκε μια βαριά ανάσα πίσω τους.
Κανείς δεν τόλμησε να γυρίσει.
Και τότε, μέσα από τη βροχή και την ομίχλη, μια φωνή ψιθύρισε:
«Γιατί με ξυπνήσατε;»

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου