Η Τελευταία Σφραγίδα της Νύχτας

 




Η βροχή έπεφτε ασταμάτητα πάνω από την πόλη. Οι δρόμοι ήταν σχεδόν άδειοι και ένα πυκνό στρώμα ομίχλης σκέπαζε το παλιό νεκροταφείο στην άκρη της περιοχής. Εκεί, ανάμεσα σε ξεχασμένους τάφους και σπασμένα αγάλματα, συγκεντρωνόταν μια μυστική ομάδα αποκρυφιστών που ήταν γνωστή μόνο με το όνομα «Οι Τρεις Magnus».

Αρχηγός τους ήταν η Αζάρα.

Όποιος την έβλεπε πίστευε πως ήταν μια νεαρή γυναίκα περίπου είκοσι ετών. Το πρόσωπό της παρέμενε αψεγάδιαστο και το βλέμμα της έμοιαζε γεμάτο ζωή. Κανείς όμως δεν γνώριζε πως η πραγματική της ηλικία ξεπερνούσε τα τριακόσια ενενήντα χρόνια.

Η ιστορία της ξεκινούσε σε ένα μικρό χωριό βαθιά στην Αφρική. Εκεί είχε μεγαλώσει ακούγοντας ιστορίες για πνεύματα, τελετουργίες και αρχαίες δυνάμεις. Καθώς περνούσαν τα χρόνια, ταξίδεψε σε πολλές χώρες. Συνάντησε σαμάνους, θεραπευτές, μυστικιστές και ανθρώπους που αφιέρωναν τη ζωή τους στη γνώση του αγνώστου.

Με τον καιρό, η αναζήτηση της γνώσης μετατράπηκε σε εμμονή.

Η Αζάρα δεν αναζητούσε πλέον σοφία.

Αναζητούσε δύναμη.

Μαζί με τους τρεις Magnus και τους υπόλοιπους οπαδούς της είχε περάσει δεκαετίες ψάχνοντας αρχαία χειρόγραφα που μιλούσαν για μια θρυλική πύλη. Σύμφωνα με τον μύθο, πίσω από αυτήν υπήρχε μια οντότητα τόσο παλιά όσο και ο ίδιος ο ανθρώπινος φόβος.

Εκείνο το βράδυ πίστευαν πως είχαν βρει τον τρόπο να τη φέρουν στον κόσμο τους.

Το νεκροταφείο φωτιζόταν μόνο από δεκάδες μαύρα κεριά. Παράξενα σύμβολα ήταν χαραγμένα στο έδαφος γύρω από έναν παλιό οικογενειακό τάφο. Ο αέρας μύριζε υγρασία και σάπια φύλλα.

Οι ακόλουθοι στέκονταν σιωπηλοί.

Η Αζάρα ύψωσε τα χέρια της.

Ο ουρανός σκοτείνιασε περισσότερο.

Μια δυνατή βροντή συγκλόνισε την περιοχή.

Ξαφνικά, οι πέτρες του τάφου άρχισαν να τρίζουν.

Το έδαφος σείστηκε.

Από τις χαραγμένες γραμμές ξεπήδησε ένα βαθύ κόκκινο φως που έμοιαζε να αναβλύζει από τα ίδια τα έγκατα της γης.

Οι οπαδοί γονάτισαν.

Η Αζάρα χαμογέλασε.

Για πρώτη φορά μετά από αιώνες πίστευε πως είχε νικήσει τον θάνατο, τον χρόνο και κάθε όριο της ανθρώπινης ύπαρξης.

Τότε όμως ακούστηκε μια φωνή.

Όχι από τον ουρανό.

Όχι από τη γη.

Αλλά μέσα στο μυαλό όλων.

«Δεν ζητάτε δύναμη. Ζητάτε αλυσίδες.»

Το χαμόγελο της Αζάρα εξαφανίστηκε.

Οι φλόγες των κεριών έγιναν μαύρες.

Η ομίχλη άρχισε να παίρνει μορφή.

Μέσα της εμφανίστηκαν αμέτρητα πρόσωπα. Άνθρωποι από διαφορετικές εποχές. Άνθρωποι που είχαν προσπαθήσει ακριβώς το ίδιο πράγμα.

Όλοι είχαν το ίδιο βλέμμα τρόμου.

Οι τρεις Magnus έκαναν πίσω.

Η γη άνοιξε κάτω από τα πόδια τους.

Σκιές ξεπήδησαν από το σκοτάδι και τύλιξαν τους τοίχους των γύρω μνημάτων.

Η Αζάρα προσπάθησε να ελέγξει τη δύναμη που είχε καλέσει.

Ήταν αργά.

Κατάλαβε τότε το λάθος της.

Δεν είχε ανοίξει μια πύλη για να εισέλθει κάποια οντότητα.

Είχε ανοίξει μια πύλη για να περάσουν οι ίδιοι απέναντι.

Οι σκιές πλησίαζαν.

Οι ακόλουθοι άρχισαν να ουρλιάζουν.

Η ομίχλη τους κατάπινε έναν έναν.

Η πόλη δεν άκουσε τίποτα.

Το επόμενο πρωί το νεκροταφείο ήταν ήσυχο.

Τα κεριά είχαν σβήσει.

Τα σύμβολα είχαν εξαφανιστεί.

Δεν υπήρχε κανένα ίχνος της Αζάρα ή των οπαδών της.

Μόνο ένας ηλικιωμένος νεκροθάφτης παρατήρησε κάτι παράξενο.

Στον παλιό οικογενειακό τάφο είχε εμφανιστεί μια νέα επιγραφή που δεν υπήρχε την προηγούμενη μέρα.

Πάνω στην πέτρα ήταν χαραγμένες τέσσερις λέξεις:

«Η πύλη άνοιξε προς τα μέσα.»

Κανείς δεν έμαθε ποτέ τι πραγματικά συνέβη εκείνη τη νύχτα.

Αλλά από τότε, κάθε χρόνο, την ίδια ημερομηνία, κάποιοι κάτοικοι της πόλης ισχυρίζονται ότι βλέπουν μια νεαρή γυναίκα με μαύρα μάτια να στέκεται ανάμεσα στους τάφους μέσα στην ομίχλη.

Και κάθε φορά που την πλησιάζουν...

εκείνη χαμογελά.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

🩸 Ο Θρόνος της Ήττας των Αγγέλων (+18)

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΣΤΗ ΣΚΙΑ

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ