ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΩΝ ΣΚΙΩΝ

 



Κανείς στο χωριό Βάλντορ δεν πλησίαζε το παλιό μοναστήρι πάνω στο βουνό. Ήταν εγκαταλελειμμένο εδώ και δεκαετίες, όμως κάθε βράδυ φώτα φαίνονταν πίσω από τα σπασμένα βιτρό και παράξενες καμπάνες χτυπούσαν χωρίς άνεμο. Οι ηλικιωμένοι έλεγαν πως κάτω από το μοναστήρι υπήρχε μια κρύπτη που δεν έπρεπε ποτέ να ανοίξει, γιατί μέσα της είχε φυλακιστεί ένας αρχαίος δαίμονας που τρεφόταν με φόβο και ανθρώπινες ψυχές.

Η Στέλλα ήταν η πρώτη που πρότεινε να πάνε εκεί.

Ήταν φοιτήτρια ιστορίας και είχε εμμονή με αποκρυφιστικά μυστήρια. Μαζί της πήγαν η Ιωάννα, δυναμική και δύσπιστη, η Δάφνη, που πίστευε σε κάθε θρύλο, και ο Άρης, ο μόνος που ήξερε λίγα πράγματα για τελετές και παλιά σύμβολα.

Έφτασαν στο μοναστήρι λίγο πριν τα μεσάνυχτα.

Η ομίχλη είχε καλύψει το μονοπάτι και το πέτρινο κτίριο έμοιαζε σαν τεράστιος νεκρός γίγαντας μέσα στο σκοτάδι. Η ξύλινη πόρτα άνοιξε μόνη της όταν την άγγιξε η Στέλλα.

Μέσα μύριζε λιβάνι και σήψη.

Στους τοίχους υπήρχαν ξεθωριασμένες αγιογραφίες, αλλά κάποιος είχε χαράξει πάνω τους παράξενα σύμβολα με μαύρη μπογιά. Το πάτωμα ήταν γεμάτο ξεραμένα κόκκινα σημάδια που έμοιαζαν με παλιές τελετές.

Ο Άρης βρήκε γρήγορα αυτό που έψαχνε.

Ένα παλιό χειρόγραφο κρυμμένο κάτω από την Αγία Τράπεζα.

Το βιβλίο ήταν δεμένο με αλυσίδες.

Πάνω στο εξώφυλλο υπήρχε γραμμένο:

«ΜΗΝ ΚΑΛΕΣΕΤΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΕΤΡΑ.»

Η Δάφνη ήθελε να φύγουν.

Αλλά η Στέλλα είχε ήδη ανοίξει το βιβλίο.

Οι σελίδες περιείχαν οδηγίες για μια τελετή «επικοινωνίας με τον φύλακα της κρύπτης». Χρειαζόταν τέσσερα κεριά, αίμα ζωντανού πλάσματος και μια προσευχή γραμμένη σε γλώσσα που κανείς τους δεν καταλάβαινε.

Κάτι μέσα τους όμως τούς έσπρωχνε να συνεχίσουν.

Σαν το ίδιο το μοναστήρι να τους παρακολουθούσε.

Ο Άρης σχεδίασε τα σύμβολα στο πάτωμα με κόκκινη σκόνη από παλιό θυμιατό. Η Ιωάννα κρατούσε ένα μικρό μαύρο κοράκι που είχαν βρει τραυματισμένο έξω από την είσοδο. Τα μάτια του πουλιού έμοιαζαν σχεδόν ανθρώπινα.

Η τελετή ξεκίνησε.

Ο αέρας πάγωσε.

Οι φλόγες των κεριών έγιναν μπλε.

Και όταν το αίμα έπεσε πάνω στις πέτρες του ναού…

Ακούστηκε χτύπος από κάτω.

Ένας.

Μετά δεύτερος.

Σαν κάτι τεράστιο να χτυπούσε από μέσα σε φέρετρο.

Το πάτωμα ράγισε.

Η Δάφνη άρχισε να κλαίει.

Από τις ρωγμές βγήκε μαύρος καπνός και η μυρωδιά θείου γέμισε το μοναστήρι. Οι καμπάνες άρχισαν να χτυπούν μόνες τους τόσο δυνατά που πονούσαν τα αυτιά τους.

Ο Άρης κοίταξε το τελευταίο μέρος του χειρογράφου.

Και χλόμιασε.

Υπήρχε μια πρόταση που δεν είχαν δει πριν.

«Ο φύλακας δεν έρχεται μόνος.»

Ξαφνικά όλες οι αγιογραφίες γύρισαν τα κεφάλια τους προς το μέρος τους.

Τα μάτια των μορφών άνοιξαν.

Μαύρο υγρό άρχισε να τρέχει από τους τοίχους.

Η Ιωάννα έκανε πίσω τρομαγμένη, αλλά τότε το πάτωμα έσπασε τελείως και ένα γιγάντιο χέρι με μαύρα νύχια βγήκε από την κρύπτη.

Η Στέλλα ούρλιαξε.

Το πλάσμα ανέβαινε αργά μέσα από το άνοιγμα. Το σώμα του ήταν σκελετωμένο και καλυμμένο με αλυσίδες, ενώ στο κεφάλι του υπήρχε μια σπασμένη χρυσή κορώνα.

Τα μάτια του έμοιαζαν με καμένες τρύπες.

Κοίταξε κατευθείαν τους τέσσερις νέους.

Και χαμογέλασε.

Η φωνή του ακούστηκε μέσα στο μοναστήρι σαν δεκάδες άνθρωποι να μιλούσαν μαζί:

«Περάσανε εκατό χρόνια… από τότε που κάποιος άνοιξε ξανά την πόρτα.»

Οι πόρτες του ναού έκλεισαν απότομα.

Τα κεριά έσβησαν.

Και μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, οι τέσσερις φίλοι άκουσαν βήματα να κινούνται γύρω τους… ενώ κάτι ψιθύριζε τα ονόματά τους ένα προς ένα.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

🩸 Ο Θρόνος της Ήττας των Αγγέλων (+18)

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΣΤΗ ΣΚΙΑ

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ