Η ΠΥΛΗ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΥ ΦΛΙΤΖΑΝΙΟΥ

 





Η βροχή έπεφτε ασταμάτητα πάνω στα σπασμένα κεραμίδια του παλιού αρχοντικού έξω από το χωριό Μπράβεν. Το σπίτι στεκόταν μόνο του, δίπλα σε ένα εγκαταλελειμμένο νεκροταφείο, με τα παράθυρα καρφωμένα και τους τοίχους γεμάτους μαύρες κηλίδες υγρασίας. Οι χωρικοί έλεγαν πως κάποτε εκεί ζούσε ένας άνθρωπος που μιλούσε με πνεύματα και πως κάθε νύχτα ακούγονταν ψίθυροι από το υπόγειο.

Κανείς δεν πλησίαζε.

Εκτός από αυτούς.

Η Άννα ήταν η πρώτη που πέρασε τη σπασμένη πόρτα. Ψηλή, με μακριά σκούρα μαλλιά και βλέμμα που πάντα έδειχνε πως έκρυβε περισσότερα απ’ όσα έλεγε. Πίσω της μπήκε η Εύα, νευρική αλλά περίεργη για όλα τα αποκρυφιστικά. Η τρίτη ήταν η Μελίνα, η πιο ήσυχη της παρέας, που κρατούσε έναν φακό και κοιτούσε συνεχώς πίσω της σαν να φοβόταν ότι κάποιος τους ακολουθούσε.

Τελευταίος μπήκε ο Νικόλας.

Εκείνος κρατούσε μια παλιά τσάντα γεμάτη κεριά, σπίρτα και το αντικείμενο που είχε ξεκινήσει τα πάντα.

Το βιβλίο.

Το είχαν βρει τρεις μέρες πριν, θαμμένο μισό μέσα στη λάσπη, πίσω από έναν γκρεμισμένο τάφο στο νεκροταφείο. Ήταν δεμένο με μαύρο δέρμα και πάνω του υπήρχε ένα σύμβολο που έμοιαζε με μάτι φτιαγμένο από κόκαλα. Στην πρώτη σελίδα υπήρχε γραμμένο με κόκκινα γράμματα:

«ΠΡΟΣΟΧΗ. ΜΗ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΠΟΤΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ.»

Φυσικά, αυτό ακριβώς έκαναν.

Η Άννα άναψε τα κεριά στο πάτωμα του σαλονιού. Η σκόνη σηκώθηκε στον αέρα και η μυρωδιά μούχλας ανακατεύτηκε με μια παράξενη μεταλλική μυρωδιά που θύμιζε αίμα.

Ο Νικόλας άνοιξε αργά το βιβλίο.

Οι σελίδες έτριξαν σαν κάτι ζωντανό.

Παράξενα σύμβολα γέμιζαν κάθε γραμμή. Κύκλοι, σφραγίδες, μορφές με κέρατα και μάτια χωρίς κόρες. Ανάμεσα στις σελίδες υπήρχε οδηγία για μια τελετή «ανοίγματος πύλης». Το κείμενο έλεγε πως απαιτούνταν αίμα ζωντανού πλάσματος και ένα «χρυσό δοχείο παλιάς εποχής».

Και εκείνοι το είχαν.

Η Μελίνα έβγαλε προσεκτικά από ένα ύφασμα ένα μικρό χρυσό φλιτζάνι, μαυρισμένο από τον χρόνο, γεμάτο χαραγμένα σύμβολα. Το είχαν κλέψει από μια βιτρίνα παλαιοπωλείου, χωρίς να ξέρουν γιατί ένιωθαν τόσο έντονα την ανάγκη να το πάρουν.

Η Εύα κρατούσε μια μικρή μαύρη κότα που κλωτσούσε νευρικά.

Ο αέρας στο σπίτι πάγωσε.

«Είσαι σίγουρος ότι πρέπει να το κάνουμε;» ψιθύρισε.

Ο Νικόλας δεν απάντησε. Τα μάτια του ήταν κολλημένα στις σελίδες.

Άρχισε να διαβάζει τις λέξεις.

Στην αρχή τίποτα δεν συνέβη.

Μετά τα κεριά τρεμόπαιξαν όλα μαζί.

Η Άννα πήρε το μαχαίρι της τελετής και, με τρεμάμενα χέρια, ολοκλήρωσε τη θυσία της κότας όπως έδειχνε το βιβλίο. Το αίμα έσταξε μέσα στο χρυσό φλιτζάνι.

Τη στιγμή που γέμισε μέχρι τη μέση…

Ακούστηκε ένας βαθύς ήχος.

Σαν κάτι τεράστιο να ανέπνεε κάτω από το πάτωμα.

Οι τοίχοι έτριξαν.

Το ξύλο άρχισε να σαπίζει μπροστά στα μάτια τους.

Το αίμα μέσα στο φλιτζάνι άρχισε να βράζει μόνο του και ένας μαύρος καπνός ξεπήδησε προς το ταβάνι. Τα κεριά έσβησαν ταυτόχρονα.

Σκοτάδι.

Από το υπόγειο ακούστηκε ένα βαρύ σύρσιμο.

Η Μελίνα άναψε απότομα τον φακό.

Τότε είδαν τη σκιά.

Μια ανθρώπινη μορφή στεκόταν στην άκρη του διαδρόμου, υπερβολικά ψηλή για άνθρωπος, με μακριά χέρια που σχεδόν άγγιζαν το πάτωμα. Τα μάτια της έλαμπαν κόκκινα μέσα στο σκοτάδι.

Η Εύα ούρλιαξε.

Το βιβλίο άνοιξε μόνο του και οι σελίδες γύριζαν μανιασμένα. Οι λέξεις στους τοίχους άρχισαν να εμφανίζονται σαν να γράφονταν με αόρατο αίμα.

«Η ΠΥΛΗ ΑΝΟΙΞΕ.»

Το πλάσμα μετακινήθηκε χωρίς να περπατήσει.

Βρέθηκε ακριβώς μπροστά τους.

Ο αέρας μύριζε καμένο κρέας και υγρό χώμα τάφου. Η φωνή του ακούστηκε μέσα στα κεφάλια τους και όχι στα αυτιά τους.

«Ποιος από εσάς… θα μου δώσει την ψυχή του πρώτος;»

Ο Νικόλας έκανε πίσω τρομοκρατημένος, αλλά το πάτωμα πίσω του άνοιξε με δυνατό κρότο. Μαύρα χέρια βγήκαν από το κενό και άρπαξαν τα πόδια του.

Η Άννα προσπάθησε να τον τραβήξει, όμως το δέρμα των χεριών αυτών ήταν παγωμένο σαν πτώμα.

Η Μελίνα πρόσεξε κάτι μέσα στο βιβλίο.

Μια δεύτερη φράση.

Γραμμένη σχεδόν αόρατα.

«Όποιος ανοίξει την πύλη… πρέπει να προσφέρει έναν από τους τέσσερις.»

Το σπίτι άρχισε να τρίζει πιο δυνατά.

Σκιές περπατούσαν στους τοίχους.

Από το υπόγειο ακούγονταν δεκάδες ψίθυροι μαζί.

Και τότε η Εύα κατάλαβε το χειρότερο.

Το τελετουργικό δεν είχε καλέσει απλώς έναν δαίμονα.

Είχε ανοίξει δρόμο.

Και κάτι πολύ μεγαλύτερο προσπαθούσε ήδη να περάσει στον κόσμο τους.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

🩸 Ο Θρόνος της Ήττας των Αγγέλων (+18)

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΣΤΗ ΣΚΙΑ

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ