Η Ώρα Που Άνοιξαν Οι Σκιές

 




Είχε περάσει σχεδόν τρεις η ώρα τα ξημερώματα, εκείνη η καταραμένη ώρα που σύμφωνα με παλιούς θρύλους οι σκοτεινές οντότητες αφήνουν τα υπόγεια τούνελ του Σκοτεινού Βασιλείου και περνούν στον κόσμο των ανθρώπων, όταν ακόμα και τα δάση σωπαίνουν λες και η ίδια η φύση φοβάται να αναπνεύσει. Έξι νεαροί περπατούσαν μέσα στη νύχτα προς ένα εγκαταλελειμμένο νεκροταφείο βαθιά μέσα στο βουνό, μέρος που κανείς από τα γύρω χωριά δεν πλησίαζε μετά τη δύση του ήλιου. Δύο κορίτσια και τέσσερα αγόρια κρατούσαν φακούς, κάμερες και σακίδια γεμάτα περίεργα αντικείμενα για ένα παιχνίδι επίκλησης πνευμάτων που είχαν βρει σε παλιό βιβλίο αποκρυφισμού. Ο αέρας μύριζε υγρασία, σάπια φύλλα και καμένο ξύλο, ενώ από μακριά ακούγονταν μόνο κουκουβάγιες και το τρίξιμο των δέντρων που λύγιζαν αργά μέσα στο σκοτάδι.

Το νεκροταφείο βρισκόταν πίσω από μια μισογκρεμισμένη εκκλησία χωρίς σταυρό. Οι τάφοι ήταν σπασμένοι, γεμάτοι βρύα και παράξενα σύμβολα χαραγμένα πάνω στις πέτρες, σαν κάτι να είχε προσπαθήσει να βγει από κάτω τους. Τα παιδιά γελούσαν νευρικά προσπαθώντας να κρύψουν τον φόβο τους. Είχαν μαζί τους τρεις μαύρες κότες και μερικούς μεγάλους βατράχους που πίστευαν πως θα χρησιμοποιούσαν σαν προσφορά σε αρχαίες δυνάμεις. Έστησαν κεριά σε κύκλο, άναψαν φωτιές και άρχισαν να ψιθυρίζουν λόγια από το βιβλίο, χωρίς να καταλαβαίνουν πραγματικά τι καλούσαν.

Όσο περνούσαν τα λεπτά, η θερμοκρασία έπεφτε όλο και περισσότερο. Οι φακοί άρχισαν να τρεμοπαίζουν. Η κάμερα ενός αγοριού κατέγραφε παράξενες σκιές να κινούνται πίσω από τα δέντρα, μορφές ψηλές και παραμορφωμένες που εξαφανίζονταν κάθε φορά που κάποιος γύριζε να κοιτάξει. Ξαφνικά τα ζώα άρχισαν να ουρλιάζουν. Οι κότες χτυπιούνταν μανιασμένα και οι βάτραχοι πετάγονταν έξω από τον κύκλο λες και κάτι αόρατο τα τρόμαζε. Ένα από τα κορίτσια σταμάτησε να διαβάζει όταν άκουσε βαριά βήματα κάτω από το έδαφος, σαν κάτι τεράστιο να περπατούσε μέσα στις στοές κάτω από το νεκροταφείο.

Τότε συνέβη το αδιανόητο.

Το χώμα άρχισε να ανοίγει αργά μπροστά στον μεγαλύτερο τάφο. Μαύρος καπνός ξεχύθηκε από μέσα και μια αποπνικτική μυρωδιά σάπιου αίματος σκέπασε τα πάντα. Οι φλόγες των κεριών έγιναν κατακόκκινες και μέσα από τον καπνό φάνηκε μια τεράστια σκοτεινή μορφή με μάτια που έμοιαζαν σαν αναμμένα κάρβουνα. Το πλάσμα δεν περπατούσε· αιωρούνταν λίγα εκατοστά πάνω από το έδαφος, ενώ γύρω του ακούγονταν ψίθυροι εκατοντάδων φωνών μαζί. Οι σκιές των δέντρων άρχισαν να κινούνται μόνες τους και να πλησιάζουν τον κύκλο.

Ένα από τα αγόρια προσπάθησε να τρέξει, όμως κάτι άρπαξε το πόδι του μέσα από το χώμα. Ούρλιαξε καθώς μαύρα χέρια εμφανίστηκαν κάτω από τις λάσπες και τον τραβούσαν προς τα κάτω. Οι υπόλοιποι πανικοβλήθηκαν. Οι κάμερες έπεσαν στο έδαφος και κατέγραφαν μόνο σκοτάδι και κραυγές. Το πλάσμα σήκωσε αργά το κεφάλι του προς τα παιδιά και τότε ακούστηκε μια φωνή βαθιά και αφύσικη να ψιθυρίζει μέσα στο μυαλό τους:

«Η πύλη άνοιξε… και τώρα ανήκετε στο Σκοτεινό Βασίλειο.»

Ο αέρας γέμισε ουρλιαχτά. Από τους ανοιγμένους τάφους άρχισαν να βγαίνουν παραμορφωμένες σκιές ανθρώπων, φιγούρες χωρίς πρόσωπα, με σπασμένα άκρα και μαύρα μάτια. Τα παιδιά έτρεχαν ανάμεσα στους τάφους μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, όμως όσο πιο μακριά πήγαιναν τόσο περισσότερο το νεκροταφείο άλλαζε γύρω τους. Οι δρόμοι χάνονταν, τα δέντρα μεταμορφώνονταν σε τεράστιες σκιές και οι ψίθυροι δυνάμωναν μέχρι που έμοιαζαν με ουρλιαχτά καταδικασμένων ψυχών.

Κανείς από το κοντινό χωριό δεν ξανάδε ποτέ εκείνα τα έξι άτομα.

Μόνο μια σπασμένη κάμερα βρέθηκε λίγες μέρες αργότερα κοντά στην παλιά εκκλησία. Το τελευταίο δευτερόλεπτο του βίντεο έδειχνε μια τεράστια σκοτεινή μορφή να στέκεται πίσω από τα παιδιά πριν η οθόνη γεμίσει παράσιτα και ακουστεί ένα τελευταίο τρομαγμένο ουρλιαχτό μέσα στη νύχτα.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

🩸 Ο Θρόνος της Ήττας των Αγγέλων (+18)

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΣΤΗ ΣΚΙΑ

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ