ΤΟ ΔΙΚΤΥΟ ΤΟΥ ZERO

 





Κανείς δεν γνώριζε πότε ακριβώς γεννήθηκε το ZerO.

Κάποιοι έλεγαν πως υπήρχε πριν ακόμη χτιστούν οι πρώτες πόλεις. Άλλοι πίστευαν πως ήταν κάτι χειρότερο από μυστική οργάνωση. Κάτι που δεν αποτελούταν μόνο από ανθρώπους.

Το μόνο σίγουρο ήταν πως το όνομά του εμφανιζόταν ξανά και ξανά μέσα σε απαγορευμένα χειρόγραφα, σε καμένες βιβλιοθήκες, σε υπόγεια μοναστηριών και σε παλιά αρχεία που έπρεπε να είχαν καταστραφεί αιώνες πριν.

Το ZerO δεν είχε αρχηγό.

Είχε κύκλους.

Μικρές ομάδες σε κάθε χώρα.
Σε κάθε μεγάλη πόλη.
Άνθρωποι που ζούσαν σαν κανονικοί πολίτες τη μέρα, αλλά τη νύχτα εξαφανίζονταν μέσα σε εγκαταλελειμμένα σπίτια, παλιά ξωκλήσια, κατακόμβες και δάση όπου το φως του φεγγαριού δεν έφτανε ποτέ ολοκληρωμένο στο έδαφος.

Δεν χρησιμοποιούσαν τηλέφωνα.
Δεν χρησιμοποιούσαν διαδίκτυο.
Δεν άφηναν ηλεκτρονικά ίχνη.

Επικοινωνούσαν μέσα από αρχαία βιβλία .

Βιβλία δεμένα με μαύρο δέρμα, σφραγισμένα με σύμβολα που δεν ανήκαν σε καμία γνωστή γλώσσα. Κάθε πανσέληνο, οι κύκλοι του ZerO συγκεντρώνονταν στα βουνά, σε σημεία όπου — όπως έλεγαν — “η γη αναπνέει”.

Μέρη γεμάτα παράξενη ενέργεια.
Δάση που έκαναν τις πυξίδες να τρελαίνονται.
Πέτρες που βούιζαν τη νύχτα.
Αέρας που μύριζε υγρό χώμα και σάπια φύλλα ακόμη κι όταν δεν είχε βρέξει για εβδομάδες.

Εκεί, κάτω από το φως της πανσελήνου, άναβαν παλιές φωτιές και χάραζαν κύκλους με στάχτη και αίμα πάνω στο έδαφος.

Μια κότα θυσιαζόταν πάντα πρώτη.

Το αίμα της έτρεχε μέσα σε αρχαία ξύλινα δισκοπότηρα σκαλισμένα με απόκρυφα σημάδια. Τα μέλη ακουμπούσαν τα χέρια τους γύρω από το κύπελλο ενώ ψιθύριζαν λέξεις που δεν καταλάβαιναν πλήρως ούτε οι ίδιοι.

Και τότε άρχιζε.

Τα grimoires άνοιγαν μόνα τους.

Οι σελίδες γυρνούσαν βίαια λες και φυσούσε αόρατος άνεμος μέσα από το βιβλίο. Το μελάνι στις παλιές σελίδες άρχιζε να κινείται σαν ζωντανό πλάσμα.

Νέες λέξεις εμφανίζονταν.

Νέα σύμβολα.

Νέα ονόματα.

Σαν κάτι να έγραφε από την άλλη πλευρά.

Ο Άρης, νέο μέλος του κύκλου της Κρήτης, παρακολουθούσε για πρώτη φορά τη διαδικασία μέσα σε ένα πυκνό δάσος κοντά στις κορυφές των βουνών.

Ο αέρας ήταν παγωμένος.

Τα δέντρα γύρω τους έμοιαζαν τεράστια μέσα στο σκοτάδι. Κάθε τόσο άκουγε θορύβους βαθιά μέσα στο δάσος, βήματα βαριά πάνω σε φύλλα, ενώ δεν υπήρχε κανείς εκεί.

Η αρχηγός του κύκλου, μια γυναίκα με μαύρο πέπλο που όλοι αποκαλούσαν “Η Μητέρα των Σκιών”, σήκωσε το παλιό βιβλίο προς το φεγγάρι.

Οι σελίδες άρχισαν να ματώνουν.

Κανονικό αίμα έσταζε από τα γράμματα.

Ο Άρης έκανε πίσω τρομαγμένος.

«Μη φοβάσαι», του ψιθύρισε η γυναίκα.
«Το βιβλίο σε βλέπει τώρα.»

Ξαφνικά όλα τα μέλη πάγωσαν.

Από το δάσος δεν ακουγόταν τίποτα πια.

Ούτε αέρας.
Ούτε έντομα.
Ούτε φύλλα.

Μόνο ένας βαρύς ήχος ανάσας.

Κάτι τεράστιο στεκόταν ανάμεσα στα δέντρα.

Δεν φαινόταν ολόκληρο. Μόνο δύο τεράστια λευκά μάτια μέσα στο σκοτάδι και ένα παραμορφωμένο σχήμα που δεν έμοιαζε ανθρώπινο.

Το grimoire άρχισε να γράφει μόνο του ξανά.

Η πένα κινιόταν χωρίς χέρι.

“Η ΠΥΛΗ ΑΝΟΙΓΕΙ.”

Ο κύκλος άρχισε να ψέλνει πιο δυνατά.

Το χώμα κάτω από τα πόδια τους έτρεμε.

Και τότε ο Άρης είδε κάτι που δεν θα ξεχνούσε ποτέ.

Οι σκιές των μελών γύρω από τη φωτιά δεν ακολουθούσαν πλέον το σώμα τους.

Κινούνταν μόνες τους.

Μερικές γύριζαν το κεφάλι προς το μέρος του.
Άλλες έδειχναν το δάσος.
Μία από αυτές χαμογελούσε.

Το πλάσμα ανάμεσα στα δέντρα πλησίασε ακόμη περισσότερο.

Η μυρωδιά του ήταν σαν σάπιο νερό και καμένο κρέας.

Η “Μητέρα των Σκιών” έγειρε το κεφάλι και ψιθύρισε:

«Είμαστε έτοιμοι.
Γράψε το επόμενο όνομα.»

Το βιβλίο άρχισε να μαυρίζει.

Και αργά…
πολύ αργά…

στην τελευταία σελίδα εμφανίστηκε το όνομα του Άρη.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

🩸 Ο Θρόνος της Ήττας των Αγγέλων (+18)

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΣΤΗ ΣΚΙΑ

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ