Η Τρίτη Ώρα του Σκοταδιού
Η νύχτα είχε καταπιεί τον ουρανό όταν οι τέσσερις μάγισσες πέρασαν τη σιδερένια πύλη του παλιού νεκροταφείου. Το ρολόι του εγκαταλελειμμένου καμπαναριού έδειχνε δύο παρά πέντε. Ο άνεμος σφύριζε ανάμεσα στους σταυρούς και τα κυπαρίσσια, κουβαλώντας μαζί του ψιθύρους που δεν ανήκαν σε κανέναν ζωντανό.
Οι γυναίκες φορούσαν μαύρους μανδύες και κρατούσαν αρχαία βιβλία δεμένα με ξεραμένο δέρμα. Εδώ και χρόνια μελετούσαν τις ξεχασμένες γνώσεις που είχαν ανακαλύψει σε ένα ερειπωμένο μοναστήρι χαμένο βαθιά στα βουνά. Εκεί, κάτω από πέτρινες κρύπτες και κατεστραμμένα ιερά, είχαν βρει ένα χειρόγραφο γεμάτο σύμβολα τόσο παλιά ώστε κανείς δεν γνώριζε ποιος τα είχε χαράξει πρώτος.
Καθώς η ώρα πλησίαζε τρεις, το νεκροταφείο άλλαζε.
Οι σκιές γίνονταν πιο πυκνές.
Ο αέρας βάραινε.
Και το σκοτάδι έμοιαζε να αποκτά δική του θέληση.
Οι μάγισσες στάθηκαν γύρω από τέσσερις πρόσφατους τάφους. Το χώμα ήταν ακόμη νωπό. Τα πρόσωπά τους παρέμεναν ανέκφραστα, όμως στα μάτια τους φαινόταν μια παράξενη ανησυχία. Δεν φοβούνταν τους νεκρούς. Φοβούνταν αυτό που θα μπορούσε να τις ακούσει από την άλλη πλευρά.
Τότε ακούστηκε ο τρίτος χτύπος της καμπάνας.
Η ώρα είχε φτάσει.
Για μια στιγμή όλα σώπασαν.
Ούτε άνεμος.
Ούτε έντομα.
Ούτε ήχος από τον κόσμο των ζωντανών.
Μόνο σιωπή.
Και μέσα σε εκείνη τη σιωπή, κάτι άρχισε να κινείται κάτω από τη γη.
Οι πέτρες των τάφων έτριξαν.
Οι σκιές γύρω από τα κυπαρίσσια ψήλωσαν σαν μαύροι γίγαντες.
Από το βάθος του νεκροταφείου εμφανίστηκαν αχνές μορφές που δεν είχαν πρόσωπα. Παρακολουθούσαν αμίλητες, σαν να περίμεναν κάτι.
Οι μάγισσες άνοιξαν το αρχαίο βιβλίο.
Οι σελίδες του γύριζαν μόνες τους.
Τα ξεθωριασμένα γράμματα άρχισαν να λάμπουν με αχνό κόκκινο φως.
Ξαφνικά, μια παγωμένη φωνή ακούστηκε μέσα από το σκοτάδι.
Δεν μιλούσε καμία ανθρώπινη γλώσσα.
Κι όμως όλες κατάλαβαν τι έλεγε.
«Μας καλέσατε.»
Τα πρόσωπα των μαγισσών χλώμιασαν.
Δεν είχαν καλέσει απλώς πνεύματα.
Είχαν τραβήξει την προσοχή αρχαιότερων υπάρξεων, πλασμάτων που υπήρχαν πριν χτιστούν οι πρώτες πόλεις και πριν γραφτεί η πρώτη λέξη της ανθρώπινης ιστορίας.
Ο ουρανός σκοτείνιασε ακόμη περισσότερο.
Τα αστέρια έσβησαν.
Οι σκιές άρχισαν να κινούνται προς το μέρος τους.
Και τότε οι μάγισσες κατάλαβαν το τρομερό λάθος τους.
Κάποια μυστικά δεν προορίζονταν να ανακαλυφθούν.
Κάποιες πύλες έπρεπε να παραμείνουν κλειστές.
Από εκείνη τη νύχτα κανείς δεν ξαναείδε τις τέσσερις γυναίκες.
Το μόνο που βρέθηκε στο νεκροταφείο ήταν το αρχαίο βιβλίο, πεσμένο πάνω στο υγρό χώμα, ανοιχτό σε μια κενή σελίδα.
Μια σελίδα που κάθε χρόνο, όταν πλησιάζει η τρίτη ώρα της νύχτας, γεμίζει μόνη της με νέα ονόματα. Ονόματα ανθρώπων που σύντομα θα εξαφανιστούν χωρίς ίχνος.
Και κάθε φορά που εμφανίζεται ένα νέο όνομα, οι κάτοικοι του χωριού κλειδώνουν πόρτες και παράθυρα.
Γιατί γνωρίζουν πως εκείνη την ώρα το σκοτάδι δεν ανήκει στους ανθρώπους.
Το σκοτάδι κυβερνά.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου