Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΣΚΙΩΝ
Τα Απαγορευμένα Βιβλία της Ιστορίας (Φανταστικά)
Το Γριμόριο της Έβδομης Νύχτας
Ο Μαύρος Κώδικας του Βόρειου Πύργου
Οι Χαμένες Σελίδες του Αβύσσου
Το Βιβλίο των Σιωπηλών Ονομάτων
Η Χρονική Καταγραφή των Σκιών
Το Χειρόγραφο του Σκοτεινού Φύλακα
Οι Δεσμοί της Αιώνιας Ομίχλης
Το Βιβλίο των Κλειστών Πυλών
Πέντε άνθρωποι ταξίδευαν μέσα από έναν ξεχασμένο δρόμο βαθιά στην εξοχή.
Η ομάδα αποτελούνταν από τη Λίζα, 24 ετών, τον Κάελ, 29 ετών, τη Σεραφίν, 27 ετών, τον Ντάριους, 31 ετών, και τη Νάιρα, 25 ετών.
Κανείς τους δεν μιλούσε.
Η βροχή έπεφτε ασταμάτητα.
Ο άνεμος σφύριζε ανάμεσα στα ξερά δέντρα.
Στο τέλος του δρόμου στεκόταν ένα παλιό πέτρινο σπίτι.
Οι κάτοικοι της περιοχής το απέφευγαν εδώ και δεκαετίες.
Οι ιστορίες έλεγαν πως εκεί είχε ζήσει μια πανίσχυρη μάγισσα.
Μια γυναίκα που εξαφανίστηκε χωρίς ίχνος πριν από εκατοντάδες χρόνια.
Το σπίτι ήταν μισογκρεμισμένο.
Τα παράθυρα ήταν σπασμένα.
Οι τοίχοι καλυμμένοι με περίεργες χαράξεις.
Η Λίζα κρατούσε ένα παλιό βιβλίο δεμένο με μαύρο δέρμα.
Το είχε βρει σε μια ξεχασμένη βιβλιοθήκη κάτω από ένα ερειπωμένο μοναστήρι.
Οι σελίδες του ήταν κιτρινισμένες.
Τα γράμματα έμοιαζαν να κινούνται κάθε φορά που τα κοιτούσες για πολλή ώρα.
Η ομάδα μπήκε στο σπίτι.
Η μυρωδιά της υγρασίας και της σκόνης γέμισε τον αέρα.
Κάπου στο βάθος ακουγόταν ένας αργός χτύπος.
Σαν καρδιά.
Σαν κάτι να περίμενε.
Στο κέντρο του μεγαλύτερου δωματίου υπήρχε ένα τεράστιο κυκλικό σχέδιο χαραγμένο πάνω στις πέτρες.
Γύρω του βρίσκονταν δεκάδες παλιά βιβλία.
Κάποια είχαν μεταλλικά λουκέτα.
Άλλα ήταν δεμένα με αλυσίδες.
Κανένα δεν έδειχνε φυσιολογικό.
Καθώς η καταιγίδα δυνάμωνε, οι σκιές άρχισαν να μεγαλώνουν πάνω στους τοίχους.
Ο Κάελ ήταν ο πρώτος που το πρόσεξε.
Οι σκιές δεν ακολουθούσαν τις κινήσεις τους.
Κινούνταν μόνες τους.
Σιγά.
Αθόρυβα.
Σαν να ζούσαν.
Η θερμοκρασία έπεσε απότομα.
Η ανάσα όλων έγινε λευκός ατμός.
Ένας ψίθυρος ακούστηκε πίσω από τη Λίζα.
Γύρισε.
Δεν υπήρχε κανείς.
Οι ψίθυροι όμως συνέχισαν.
Δεκάδες φωνές.
Εκατοντάδες.
Μιλούσαν σε μια άγνωστη γλώσσα.
Οι τοίχοι άρχισαν να τρίζουν.
Το πάτωμα να δονείται.
Και τότε εμφανίστηκε.
Μια τεράστια μορφή φτιαγμένη από ζωντανό σκοτάδι.
Δεν είχε πρόσωπο.
Δεν είχε μάτια.
Μόνο δύο ασημένια σημεία που έμοιαζαν με αστέρια μέσα σε άβυσσο.
Το πλάσμα ήταν γνωστό στους θρύλους ως το Τέρας των Σκιών.
Ένα ον που υποτίθεται πως κατοικούσε ανάμεσα στους κόσμους.
Η παρουσία του γέμισε το δωμάτιο με τρόμο.
Η Νάιρα έπεσε στα γόνατα.
Ο Ντάριους δεν μπορούσε να μιλήσει.
Η Σεραφίν κοιτούσε αποσβολωμένη.
Οι σκιές του δωματίου ενώθηκαν με το σώμα του πλάσματος.
Το σπίτι άρχισε να καταρρέει.
Πέτρες έπεφταν από την οροφή.
Τα βιβλία άνοιγαν μόνα τους.
Οι σελίδες γύριζαν με μανία.
Ο αέρας γέμισε μαύρα φύλλα χαρτιού.
Για μια στιγμή όλοι πίστεψαν πως είχε έρθει το τέλος.
Όμως το Τέρας των Σκιών δεν επιτέθηκε.
Στάθηκε ακίνητο.
Παρατηρώντας τους.
Έπειτα άπλωσε το τεράστιο χέρι του προς τα βιβλία.
Οι σελίδες άρχισαν να καίγονται με γαλάζια φωτιά.
Ένα ένα τα αρχαία χειρόγραφα μετατράπηκαν σε στάχτη.
Σαν κάποια δύναμη να ήθελε να εξαφανίσει για πάντα τη γνώση που έκρυβαν.
Μέσα σε λίγα λεπτά δεν είχε απομείνει τίποτα.
Μόνο στάχτη.
Μόνο σιωπή.
Και όταν η καταιγίδα σταμάτησε, το Τέρας των Σκιών χάθηκε μέσα στο σκοτάδι από όπου είχε έρθει.
Η ομάδα εγκατέλειψε το σπίτι πριν ξημερώσει.
Κανείς δεν μίλησε για όσα είδε εκείνη τη νύχτα.
Αλλά όλοι θυμούνταν το ίδιο πράγμα.
Λίγο πριν εξαφανιστεί, το πλάσμα είχε ψιθυρίσει μία μόνο φράση:
«Κάποιες πόρτες δεν προορίζονται να ανοίγουν ποτέ.»

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου