Ο Θεριστής και Το Βιβλίο των Τελευταίων Ονομάτων
Η νύχτα είχε σκεπάσει την πόλη με πυκνή ομίχλη. Οι δρόμοι ήταν άδειοι και μόνο ο ήχος του ανέμου ακουγόταν ανάμεσα στα παλιά κτίρια. Κανείς δεν έβλεπε τη σκοτεινή μορφή που περπατούσε αργά μέσα στο σκοτάδι.
Ήταν ο Θεριστής.
Φορούσε έναν μαύρο μανδύα που έμοιαζε να είναι φτιαγμένος από τις ίδιες τις σκιές. Στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα τεράστιο δρεπάνι από μαύρο μέταλλο. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε ένα αρχαίο βιβλίο δεμένο με σιδερένιες αλυσίδες.
Το βιβλίο ήταν γνωστό ως το Βιβλίο των Τελευταίων Ονομάτων.
Στις κιτρινισμένες σελίδες του ήταν γραμμένα τα ονόματα όλων όσοι πλησίαζαν την τελευταία τους ώρα. Κάθε νύχτα το βιβλίο άνοιγε μόνο του και εμφάνιζε το επόμενο όνομα.
Εκείνη τη νύχτα οι σελίδες γύρισαν μόνες τους.
Ένα όνομα εμφανίστηκε με μαύρα γράμματα.
Νικόλαος Ανδρέου.
Ο Θεριστής στάθηκε ακίνητος για λίγα δευτερόλεπτα. Έπειτα έκλεισε αργά το βιβλίο και ξεκίνησε το ταξίδι του.
Ο Νικόλαος ήταν ένας ηλικιωμένος άντρας που ζούσε μόνος του σε ένα μικρό σπίτι στην άκρη της πόλης. Καθόταν δίπλα στο παράθυρο και κοιτούσε τη βροχή που έπεφτε ασταμάτητα. Δεν γνώριζε ότι η τελευταία του νύχτα είχε φτάσει.
Το ρολόι χτύπησε μεσάνυχτα.
Η θερμοκρασία του δωματίου έπεσε απότομα.
Οι σκιές στις γωνίες άρχισαν να κινούνται.
Και τότε ο Θεριστής εμφανίστηκε.
Δεν έσπασε πόρτες.
Δεν άνοιξε παράθυρα.
Απλώς βρέθηκε εκεί.
Ο Νικόλαος σήκωσε το βλέμμα του και αντίκρισε τη σκοτεινή φιγούρα.
Παρά τον φόβο του, δεν έτρεξε.
«Ήρθε η ώρα μου;» ψιθύρισε.
Ο Θεριστής άνοιξε το βιβλίο.
Το όνομα του ηλικιωμένου έλαμψε αχνά πάνω στη σελίδα.
Ο Θεριστής έγνεψε καταφατικά.
Ο Νικόλαος κοίταξε για τελευταία φορά τις φωτογραφίες της οικογένειάς του. Θυμήθηκε τις χαρές, τις λύπες, τα ταξίδια και τις στιγμές που είχαν γεμίσει τη ζωή του.
Έπειτα χαμογέλασε.
«Είμαι έτοιμος.»
Ο Θεριστής σήκωσε το δρεπάνι του.
Όμως δεν υπήρχε πόνος.
Δεν υπήρχε αίμα.
Μόνο ένα ασημένιο φως που άρχισε να υψώνεται από τον ηλικιωμένο σαν απαλή ομίχλη.
Ο Θεριστής άπλωσε το χέρι του και οδήγησε την ψυχή μακριά από τον κόσμο των ζωντανών.
Για μια στιγμή ο Νικόλαος κοίταξε πίσω του.
Είδε το παλιό του σπίτι.
Τη βροχή.
Τη ζωή που άφηνε πίσω.
Ύστερα στράφηκε προς το άγνωστο μονοπάτι που άνοιγε μπροστά του.
Ο Θεριστής έκλεισε το βιβλίο.
Το όνομα είχε εξαφανιστεί.
Μια νέα σελίδα άρχισε να γυρίζει μόνη της.
Ένα καινούργιο όνομα εμφανίστηκε.
Κάπου αλλού, κάποιος άλλος πλησίαζε τη δική του τελευταία νύχτα.
Και ο Θεριστής συνέχισε το ατέλειωτο ταξίδι του μέσα στις σκιές, κρατώντας το δρεπάνι και το αρχαίο βιβλίο, αναζητώντας εκείνους των οποίων ο χρόνος είχε φτάσει στο τέλος του.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου