ΤΟ ΔΩΡΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΥΡΙΖΕΙ ΠΙΣΩ
Το μικρό κορίτσι καθόταν μόνο του στις κούνιες, σε μια παιδική χαρά που έμοιαζε ξεχασμένη από τον κόσμο. Ο αέρας ήταν βαρύς, σχεδόν ακίνητος, και κάθε τριγμός από τις σκουριασμένες αλυσίδες ακουγόταν πιο δυνατός απ’ όσο έπρεπε. Τα μάτια της κοιτούσαν μπροστά, χωρίς πραγματικά να βλέπουν. Σκεφτόταν τους καβγάδες στο σπίτι, τις φωνές που δεν σταματούσαν ποτέ, το βλέμμα της μητέρας της που είχε γεμίσει φόβο και θυμό μαζί. Τότε εμφανίστηκε η Λίζα. Κάθισε αθόρυβα στην διπλανή κούνια, σαν να ήταν εκεί από πάντα. Χαμογέλασε, αλλά το χαμόγελό της δεν είχε ζεστασιά. Ήταν τέλειο, υπερβολικά τέλειο. «Θες να παίξουμε;» ρώτησε απαλά. Το κορίτσι δίστασε, αλλά τελικά κούνησε το κεφάλι. Η μοναξιά της ήταν πιο δυνατή από το ένστικτο που της έλεγε να φύγει. Οι μέρες πέρασαν και η Λίζα επέστρεφε πάντα. Έγινε φίλη της. Η μόνη που την άκουγε. Η μόνη που δεν φώναζε. Μέχρι που μια μέρα, η Λίζα σταμάτησε να κουνιέται. «Μπορώ να σου κάνω ένα δώρο,» είπε. Το κορίτσι γύρισε προς το μέρος της. «Ό,τι θέλεις. Αλλά ...