Ο Ζουκ, ο Συλλέκτης των Ψυχών
Σε μια πόλη όπου τα φώτα δεν έσβηναν ποτέ και το χρήμα ήταν ο μόνος θεός, υπήρχε μια σκιά που παραμόνευε ανάμεσα στους ανθρώπους. Το όνομά του ήταν Ζουκ. Κανείς δεν ήξερε από πού ήρθε, αλλά όσοι τον συνάντησαν δεν έμειναν ποτέ ίδιοι. Ο Ζουκ δεν έμοιαζε με τους δαίμονες των παλιών ιστοριών. Δεν είχε κέρατα ούτε φλόγες στα μάτια. Εμφανιζόταν σαν ένας καλοντυμένος άντρας, με ήρεμη φωνή και βλέμμα που διαπερνούσε την ψυχή. Ήξερε τι ήθελε ο καθένας πριν καν το πει. Η προσφορά του ήταν απλή: «Δώσε μου την ψυχή σου… και θα σου δώσω γνώση και δύναμη πέρα από κάθε φαντασία.» Και οι άνθρωποι δέχονταν. Επιχειρηματίες που ήθελαν πλούτη. Νέοι που διψούσαν για δύναμη. Μάγοι που αναζητούσαν απαγορευμένη γνώση. Όλοι έπεφταν στην ίδια παγίδα. Στην αρχή, όλα έμοιαζαν τέλεια. Τα χρήματα έρχονταν εύκολα. Η εξουσία μεγάλωνε. Τα μυστικά της μαγείας ξεδιπλώνονταν μπροστά τους. Αλλά η τιμή… ήταν αόρατη. Οι μέρες τους άρχισαν να μικραίνουν. Τα πρόσωπά τους γερνούσαν πιο γρήγορα. Τα μάτια τους άδειαζαν από ζωή....