Η Πανσέληνος του Τρίτου Φεγγαριού
Η νύχτα είχε πέσει βαριά πάνω από το παλιό δάσος. Κανένα πουλί δεν τραγουδούσε. Κανένας άνεμος δεν κινούσε τα δέντρα. Μόνο η αχνή μυρωδιά από θυμιάματα και βρεγμένο χώμα γέμιζε τον αέρα.
Δώδεκα σατανιστές είχαν συγκεντρωθεί σε ένα ξέφωτο που κανείς δεν πλησίαζε εδώ και δεκαετίες. Φορούσαν μαύρους μανδύες και στο δέρμα τους υπήρχαν παράξενα σύμβολα που έμοιαζαν αρχαία όσο και ο ίδιος ο χρόνος. Γύρω τους έκαιγαν μικρά δοχεία με θυμίαμα, και ο καπνός ανέβαινε αργά προς τον ουρανό σχηματίζοντας αλλόκοτες μορφές.
Η πανσέληνος φώτιζε το ξέφωτο με ένα χλωμό, ασημένιο φως.
Ο αρχηγός της ομάδας κρατούσε ένα παλιό βιβλίο δεμένο με μαύρο δέρμα. Οι σελίδες του ήταν κιτρινισμένες και γεμάτες σύμβολα που κανείς δεν μπορούσε να διαβάσει χωρίς να νιώσει ένα παράξενο βάρος στο μυαλό του.
Καθώς η τελετή ξεκινούσε, το δάσος άρχισε να αλλάζει.
Οι σκιές μεγάλωσαν.
Τα δέντρα έμοιαζαν να λυγίζουν προς το κέντρο του ξέφωτου.
Ο αέρας πάγωσε.
Μια βαθιά δόνηση ακούστηκε κάτω από τη γη.
Οι παρευρισκόμενοι πίστευαν πως καλούσαν μια αρχαία οντότητα, έναν άρχοντα του σκότους που θα τους χάριζε δύναμη. Όμως κανείς τους δεν γνώριζε τι πραγματικά βρισκόταν στην άλλη πλευρά.
Ξαφνικά ο καπνός των θυμιαμάτων σταμάτησε να ανεβαίνει.
Άρχισε να κατεβαίνει.
Σαν να τον τραβούσε κάτι αόρατο από τα βάθη της γης.
Ένα σκοτεινό άνοιγμα εμφανίστηκε στο κέντρο του κύκλου.
Όχι φωτιά.
Όχι φως.
Μόνο απόλυτο σκοτάδι.
Από μέσα ακούστηκε ένας ψίθυρος.
Μετά άλλος ένας.
Και ύστερα χιλιάδες φωνές μαζί.
Οι σατανιστές γονάτισαν τρομαγμένοι.
Δεν ήταν η παρουσία που περίμεναν.
Δεν ήταν κάτι που μπορούσε να περιγραφεί με ανθρώπινες λέξεις.
Δύο τεράστια μάτια άνοιξαν μέσα στο σκοτάδι.
Μάτια χωρίς κόρες.
Μάτια παλαιότερα από τα βουνά και τις θάλασσες.
Ο ουρανός σκοτείνιασε.
Η πανσέληνος χάθηκε πίσω από ένα μαύρο πέπλο.
Οι φλόγες έσβησαν όλες ταυτόχρονα.
Και τότε οι ψίθυροι μετατράπηκαν σε ένα γέλιο.
Ένα γέλιο τόσο βαθύ που έκανε το έδαφος να τρέμει.
Οι παρευρισκόμενοι κατάλαβαν ότι είχαν κάνει ένα τρομερό λάθος.
Δεν είχαν καλέσει έναν υπηρέτη του σκότους.
Είχαν τραβήξει την προσοχή ενός αρχαίου πράγματος που κοιμόταν πέρα από τον κόσμο των ανθρώπων.
Και τώρα εκείνο είχε ανοίξει τα μάτια του.
Το ξέφωτο εξαφανίστηκε μέσα στην ομίχλη.
Οι σκιές κατάπιαν τα πάντα.
Και το γέλιο συνέχισε να ακούγεται μέσα στη νύχτα, ακόμη και όταν δεν είχε απομείνει κανείς για να το ακούσει.
.png)
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου