Η Αγέλη του Συμβολαίου

 








Για αιώνες, οι δαίμονες συνεργάζονταν με τους Λύκους της Σκιάς.

Δεν ήταν συνηθισμένα ζώα.

Ήταν πλάσματα της νύχτας, γεννημένα από το απόλυτο σκοτάδι. Κυνηγούσαν εκείνους που είχαν πουλήσει την ψυχή τους στους άρχοντες των σκιών και όταν ερχόταν η ώρα της πληρωμής, η αγέλη εμφανιζόταν.

Κανείς δεν μπορούσε να δει αυτούς τους λύκους.

Ή σχεδόν κανείς.

Μόνο όσοι βρίσκονταν κοντά στον θάνατο μπορούσαν να διακρίνουν τα λαμπερά μάτια τους μέσα στο σκοτάδι.

Άλλοι άκουγαν μόνο ουρλιαχτά.

Κραυγές.

Βήματα που δεν άφηναν ίχνη.

Σκιές που κινούνταν ανάμεσα στα δέντρα.

Ο Φραν ήταν ένας πανίσχυρος δαίμονας που κρατούσε χιλιάδες συμβόλαια ψυχών. Κάθε συμφωνία είχε ημερομηνία λήξης.

Και όταν η προθεσμία τελείωνε...

οι Λύκοι της Σκιάς ξεκινούσαν το κυνήγι.

Πριν από είκοσι πέντε χρόνια, ένας νεαρός ονόματι Άρης είχε κάνει μια συμφωνία.

Ήθελε να τον θαυμάζουν όλοι.

Να αποκτήσει πλούτη.

Να αποκτήσει δύναμη.

Να μην ακούσει ποτέ ξανά τη λέξη «αποτυχία».

Ο Φραν του τα έδωσε όλα.

Ο Άρης απέκτησε όσα ονειρευόταν.

Χρόνια ολόκληρα ζούσε χωρίς να σκέφτεται το τίμημα.

Μέχρι που ένα βράδυ ξύπνησε από έναν παράξενο ήχο έξω από το σπίτι του.

Ουουουου...

Ένα μακρινό ουρλιαχτό.

Σηκώθηκε από το κρεβάτι.

Κοίταξε από το παράθυρο.

Τίποτα.

Μόνο σκοτάδι.

Την επόμενη νύχτα άκουσε ξανά το ίδιο ουρλιαχτό.

Αυτή τη φορά πιο κοντά.

Πολύ πιο κοντά.

Και την τρίτη νύχτα είδε δύο κόκκινα μάτια να τον παρακολουθούν από το τέλος του δρόμου.

Η καρδιά του πάγωσε.

Τα μάτια εξαφανίστηκαν.

Το επόμενο πρωί βρήκε γρατζουνιές πάνω στην εξώπορτα.

Βαθιές.

Σαν να είχαν χαραχτεί από τεράστια νύχια.

Οι μέρες περνούσαν.

Κάθε βράδυ οι ήχοι πλησίαζαν.

Κάθε βράδυ τα μάτια πλήθαιναν.

Δύο.

Τέσσερα.

Οκτώ.

Δώδεκα.

Ολόκληρη αγέλη.

Τότε θυμήθηκε το συμβόλαιο.

Θυμήθηκε τον Φραν.

Θυμήθηκε την υπογραφή του.

Και κατάλαβε.

Η συμφωνία είχε λήξει.

Εκείνο το βράδυ έφυγε τρέχοντας προς το δάσος, πιστεύοντας πως μπορούσε να ξεφύγει.

Ο άνεμος ούρλιαζε ανάμεσα στα δέντρα.

Το φεγγάρι είχε χαθεί πίσω από τα σύννεφα.

Γύρω του απλωνόταν απόλυτο σκοτάδι.

Ξαφνικά άκουσε βήματα.

Όχι ανθρώπινα.

Δεκάδες πόδια έτρεχαν ανάμεσα στα δέντρα.

Κάτι τον περικύκλωνε.

Άρχισε να τρέχει πιο γρήγορα.

Πίσω του ακούστηκαν βαριές ανάσες.

Και τότε τους είδε.

Τεράστιες μαύρες σκιές.

Μάτια σαν αναμμένα κάρβουνα.

Δόντια λευκά σαν μαχαίρια.

Οι Λύκοι της Σκιάς.

Η αγέλη του Φραν.

Ο Άρης ούρλιαξε.

Έτρεξε.

Σκόνταψε.

Έπεσε στο υγρό χώμα.

Οι λύκοι σταμάτησαν γύρω του.

Δώδεκα ζευγάρια μάτια τον κοιτούσαν μέσα στο σκοτάδι.

Και πίσω τους εμφανίστηκε μια ψηλή σκιά.

Ο Φραν.

Τα μάτια του έλαμπαν σαν φωτιά.

«Ο χρόνος σου τελείωσε», ψιθύρισε.

Οι λύκοι άρχισαν να γρυλίζουν.

Το δάσος γέμισε ουρλιαχτά.

Ο άνεμος δυνάμωσε.

Τα δέντρα λύγισαν.

Και μέσα στο απόλυτο σκοτάδι η αγέλη όρμησε.

Το τελευταίο που ακούστηκε εκείνη τη νύχτα ήταν μια κραυγή που χάθηκε ανάμεσα στα δέντρα.

Κανείς δεν βρήκε ποτέ τον Άρη.

Μόνο βαθιές πατημασιές που οδηγούσαν στα πιο σκοτεινά μέρη του δάσους.

Και από τότε, όσοι περνούν από εκεί τα μεσάνυχτα λένε πως ακούνε ακόμη ουρλιαχτά.

Ουρλιαχτά από λύκους που δεν φαίνονται.

Λύκους που κυνηγούν όσους χρωστούν ακόμη το τίμημα των παλιών συμφωνιών τους.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

🕯️ Η Σφραγίδα της Υποταγής 🕯️

🩸 Ο Θρόνος της Ήττας των Αγγέλων (+18)

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ