Ο Οδηγός Επιβίωσης του Κυνηγημένου
Η νύχτα είχε πέσει βαριά πάνω από το παλιό δάσος. Ο άνεμος περνούσε ανάμεσα από τα ξερά δέντρα και οι σκιές έμοιαζαν να κινούνται μόνες τους. Ο Άρης έτρεχε χωρίς να κοιτάζει πίσω του. Ήξερε πως κάτι τον ακολουθούσε.
Όχι άνθρωπος.
Όχι ζώο.
Ένας δαίμονας.
Λέγεται πως όταν ένας δαίμονας διαλέξει μια ψυχή, δεν σταματά ποτέ το κυνήγι. Μπορεί να περιμένει χρόνια, δεκαετίες ή και ολόκληρες ζωές. Οι παλιές ιστορίες μιλούσαν για ανθρώπους που εξαφανίστηκαν μέσα στη νύχτα και δεν τους ξαναείδε κανείς.
Ο Άρης είχε αναζητήσει βοήθεια από έναν γέρο μάγο που ζούσε μόνος του σε έναν εγκαταλελειμμένο πύργο.
«Δεν υπάρχει τρόπος να νικήσεις ένα τέτοιο πλάσμα», του είπε ο γέρος. «Υπάρχει μόνο τρόπος να το ξεγελάσεις για λίγο.»
Ο μάγος του παρέδωσε ένα παλιό βιβλίο δεμένο με σιδερένιες αλυσίδες. Οι σελίδες του ήταν γεμάτες παράξενα σύμβολα και ξεχασμένες ιστορίες.
Σύμφωνα με τον θρύλο, υπήρχε ένα τελετουργικό που δεν χάριζε δύναμη ούτε αληθινή αορατότητα. Δημιουργούσε μόνο ένα πέπλο σύγχυσης γύρω από τον κυνηγημένο, ώστε τα πλάσματα του σκότους να χάνουν για λίγο τα ίχνη του.
Ο Άρης πέρασε ημέρες ολόκληρες διαβάζοντας το βιβλίο. Όμως κάθε νύχτα άκουγε τις ίδιες κραυγές έξω από το σπίτι του.
Κάτι τον πλησίαζε.
Κάτι τον αναζητούσε.
Ένα βράδυ, καθώς το φεγγάρι κρυβόταν πίσω από τα σύννεφα, είδε δύο κόκκινα μάτια να εμφανίζονται μέσα στο σκοτάδι.
Πίσω τους ακούγονταν ουρλιαχτά.
Σαν αγέλη λύκων.
Σαν κυνηγοί που είχαν βρει το θήραμά τους.
Ο Άρης άρπαξε το βιβλίο και έτρεξε προς το δάσος. Οι σκιές άρχισαν να κινούνται γύρω του. Τα δέντρα έμοιαζαν να ψιθυρίζουν το όνομά του.
Τότε κατάλαβε τη φρικτή αλήθεια.
Ο δαίμονας δεν τον εντόπιζε από τα ίχνη του.
Τον εντόπιζε από τον φόβο του.
Όσο περισσότερο φοβόταν, τόσο πιο κοντά ερχόταν το πλάσμα.
Ο ουρανός σκοτείνιασε εντελώς.
Τα ουρλιαχτά ακούγονταν πλέον δίπλα του.
Ο Άρης έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να μείνει ακίνητος.
Μια παγωμένη ανάσα ακούστηκε πίσω από τον λαιμό του.
Άνοιξε αργά τα μάτια.
Μπροστά του στεκόταν μια τεράστια σκοτεινή μορφή με κέρατα και μάτια που έμοιαζαν με αναμμένα κάρβουνα.
Το πλάσμα χαμογέλασε.
«Σε βρήκα.»
Το βιβλίο έπεσε από τα χέρια του.
Οι σελίδες άνοιξαν μόνες τους και ο άνεμος τις γύριζε με μανία.
Ξαφνικά, ένα εκτυφλωτικό φως ξεπήδησε από τις παλιές σελίδες και τύλιξε το δάσος.
Ο δαίμονας ούρλιαξε.
Οι σκιές διαλύθηκαν.
Οι κραυγές σταμάτησαν.
Και όταν το φως έσβησε, ο Άρης είχε εξαφανιστεί.
Κανείς δεν έμαθε ποτέ αν σώθηκε ή αν χάθηκε για πάντα σε κάποιον άγνωστο κόσμο.
Όμως μέχρι σήμερα, λέγεται πως τα μεσάνυχτα ακούγονται βήματα μέσα στο ίδιο δάσος.
Και κάπου ανάμεσα στα δέντρα, δύο κόκκινα μάτια συνεχίζουν να ψάχνουν το θήραμά τους.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου