Η Νύχτα των Βρικολάκων του Βουνού
Στα ψηλά βουνά, εκεί όπου η ομίχλη δεν έφευγε ποτέ και τα δέντρα έκρυβαν το φως του φεγγαριού, υπήρχε ένας παλιός θρύλος. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών έλεγαν πως κάτω από το χώμα, μέσα σε ξεχασμένες κρύπτες και αρχαίες σπηλιές, κοιμόνταν βρικόλακες αιώνων.
Την ημέρα παρέμεναν κρυμμένοι. Όταν όμως το σκοτάδι απλωνόταν πάνω από τα βουνά, οι πέτρινες πόρτες των καταφυγίων τους άνοιγαν αργά. Οι βρικόλακες έβγαιναν σιωπηλά και συγκεντρώνονταν σε μικρές ομάδες, ακολουθώντας τους αρχηγούς τους.
Κοντά στο βουνό υπήρχε ένα απομονωμένο μπαρ που κανείς δεν θυμόταν πότε είχε χτιστεί. Οι ντόπιοι το απέφευγαν, όμως πολλοί ταξιδιώτες κατέληγαν εκεί χωρίς να γνωρίζουν τη φήμη του. Τις νύχτες, παράξενοι επισκέπτες με χλωμά πρόσωπα και σκοτεινά μάτια γέμιζαν το μέρος.
Οι αρχηγοί των βρικολάκων παρακολουθούσαν σιωπηλά τους ανθρώπους. Χρησιμοποιούσαν την υπνωτική τους δύναμη για να θολώνουν τις αναμνήσεις των θυμάτων τους και να τα οδηγούν έξω, προς τα σκοτεινά μονοπάτια του βουνού. Εκεί, μακριά από τα φώτα, τρέφονταν από το αίμα τους χωρίς να αφήνουν πολλά ίχνη πίσω.
Όσοι επέστρεφαν στο χωριό θυμούνταν μόνο αποσπασματικές εικόνες. Ένα σκοτεινό βλέμμα. Μια παγωμένη ανάσα στον λαιμό τους. Έναν παράξενο ψίθυρο μέσα στην ομίχλη. Κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί ξυπνούσαν εξαντλημένοι και αδύναμοι το επόμενο πρωί.
Οι γηραιότεροι του χωριού προειδοποιούσαν τους νεότερους να μην πλησιάζουν το βουνό μετά τη δύση του ηλίου. Έλεγαν πως οι βρικόλακες δεν ήταν απλοί θηρευτές αλλά μια οργανωμένη κοινωνία που υπήρχε εδώ και αιώνες. Είχαν αρχηγούς, κρυφές κρύπτες και δικούς τους νόμους.
Κάθε φορά που το φεγγάρι γέμιζε τον ουρανό, οι σκιές κινούνταν ανάμεσα στα δέντρα. Κόκκινα μάτια παρακολουθούσαν από το σκοτάδι. Και βαθιά κάτω από το βουνό, στις πέτρινες αίθουσες των αρχαίων τάφων, οι βρικόλακες περίμεναν υπομονετικά την επόμενη νύχτα κυνηγιού. Οι χωρικοί έλεγαν πως αν κάποιος άκουγε το κάλεσμα τους μέσα στην ομίχλη και το ακολουθούσε, ίσως να μην επέστρεφε ποτέ ξανά από τα βουνά.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου